ΑΓΚΑΘΙ

-Συλλογή Ποιημάτων-


Μενού


Όλα ταξιδεύουν

Όλα ταξιδεύουν.
Το ήξερα από μικρός, μετά το ξέχασα…
Επειδή, μια αδίστακτη ορμή τα κάνει να κουνιούνται.
Όπως η θολή ματιά στο ζαρωμένο νερό
όπως η ακίνητη σκέψη
σα το πικρό σάλιο που δε μένει στο στόμα.

Ήρθες. Χτύπησες την πόρτα κι εγώ
έτρεξα πηδώντας στο χαλί ν’ανοίξω,
τί δεν ξέρω. Έφερες τη λύση:
“Οι Γόρδιες Εξισώσεις λύνονται
με αντικείμενα που Γράφουν
ή με αντικείμενα που Σβήνουν”…

Έφυγες…

Αλλά μετά έπεσα να ξεπλυθώ από το αίμα
στη θάλασσα
και με πονάνε οι πλήγές μου
κι έτσι τις ξύνω να ξεφτίζουν
να βρω από κάτω παλιά μπογιά
και κάποιας ζωής χρώμα.

Έφυγα…

Στο πανηγύρι αγόρασα από κάποιον τσαρλατάνο
την κλεψύδρα του χρόνου του αμιγούς
μα μέλωσε και ζαχάρωσε από ειλικρίνεια και πάθος
και τα μηρμύγκια τον πήραν μακρυά
σα στρατιά πολέμου
κομμάτι-κομμάτι σαν τη σάρκα μου.

Την πήγαν μακρυά, στη θάλλασσα.

Κι έφυγε…

Πάνω στη σκουριά του βυθισμένου
και στη βρωμιά της ομορφιάς
σε ένα σχοινί τεντωμένο
μια γάτα στην ψυχή μου αναπνέει
κι η ανάσα αχνίζει
πάνω στο χειμωνιάτικο που έρχεται τζάμι.

Σαν ευχή, σαν τάξιμο.

Σα φύγουμε…


Επιστροφή


Ο Ζητιάνος

Ένα κέρμα, δεσποινίς, ρίξε στο κύπελό μου
μην απορείς που βάφτηκε στην κόκκινη βαφή
Σε μια ώρα θα μάθουμε
κορώνα Ναι, γράμματα Όχι.

Κι εγώ
που σ’ έχω κορώνα
και Βασίλισσα
-ενδωστρεφώς αναδιπλούμενος-
αν και αγράμματος
ακόμα ελπίζω…

Αν ακούς μια μουσική από τα βάθη της θαλασσάς μου
σιγοτραγούδα
σαν το κύμα
Ανέβα σαν την παλίρροια
και γεμισε την ώρα
κορώνα Ναι, γράμματα Όχι

Ένα κέρμα, δεσποινίς,
κρύο και στρογγυλό σαν το φεγγάρι
το κόκκινο
σαν την ολόκληρη ώρα
για το ζητιάνο.


Επιστροφή


Απόσταση

Κουράστηκα πιά!
Όλοι ζητούν κι όλο πιο λίγος απομένω…


Επιστροφή


Πρόσωπα στον τοίχο

Μερικές φορές είμαστε όλοι
κορνιζωμένα πρόσωπα στον τοίχο
σάπια φρούτα της ωρίμανσης
έτοιμα να πέσουν απ’το δέντρο
σ’ενα χωράφι που νοσταλγικά καρτερεί
το χάδι του περπατήματος ενός σκουληκιού
ενός φίλου μου

Τί μπορείς να αγναντέψεις από το μπαλκόνι του κόσμου;
Ποιός θα σου δώσει μια αγκαλιά λουλούδια
τώρα που τα ισχνά ζώα της σταύρωσης
απόμειναν ξερά
να σε κοιτούν με κατανόηση;
Δε σε βουλιάζει το στρώμα που σε φιλοξενεί;
Δε σε πίνει;

Έτσι πεισμώνω
να ρίξω άγκυρα σε ένα κόσμο που δε με θέλει
σ’ ένα κόσμο που ολόγυρα φλέγεται
όταν εγώ τον κοιτάω στα μάτια
κι εκείνος δε μπορεί
μα παρ’ όλα αυτά επιμένει
Απολογία: (τελευταία ομολογία μου για απόψε):
Συγγνώμη που βλέπετε τη φωτιά μέσα μου να καίει
από κάπου πρέπει να κρατηθώ κι εγώ


Επιστροφή


Αριστερό κροσέ, δεξί ντιρέκτ

Κυλάει η ζωή
κι εσύ δεν είσαι εδώ.
Μου γράφεις από κάπου μακρυά και λες
“Θα έρθω.”
Κάνεις Διακοπές. Πάτα το μηδέν.
Δε σε ακούω.
Μου λες “Κάνω Διακοπές, μ’ ακούς;
Θα τα πούμε από κοντά.”

Είναι εύκολο να είσαι μακρυά
όταν ξέρεις πως το κοντά σε καρτερεί.
Κι εγώ στο κάπου μακρυά
από εσένα
-μακρυά κι από εμένα-
λιώνω.
Πάτα κι άλλο το μηδέν
εμένα.

Κυλάει η ζωή
κι εσύ, δεν είσαι.


Επιστροφή


Ο καιρός είναι τώρα

Τυφλέ!
Δεν ημπορείς να τό δεις
μα μακάριος θα ζεις
σ’ αυτή τη ζωή.

Λίγα το λόγια μου για σένα.

Αλλά κι εσύ!
Κι εσύ που το βλέπεις και δε μιλάς
όταν στην πόρτα σου το δεις
θα είναι πολύ αργά…

Σκέψου όσο είναι καιρός.
Δες
σκέψου, μορφώσου
στριφογύρισε.

Ο καιρός είναι τώρα ή ποτέ…


Επιστροφή


Ο πρώτος νεκρός

Γεννήθηκα
στη περίοδο των αλλαγών
που το καρπούζι ακομα μύριζε
και η ντομάτα ειχε γεύση

Δε σκεφτόμουν πολλά
αφου η ευτυχία γεμιζε τις φλέβες μου
με τις μυρωδιές του χωριού
και τον παππού και τη γιαγιά

Μεγάλωσα
και στοιβάχτηκα
σε ένα μονόδρομο βαγόνι
μαζί με τους άλλους ανθρώπους
μονόδρομη κατεύθυνση στο χάρτη
και στην ψυχή μου
κατεύθυνση
στο προδιαγεγραμμένο
Τίποτα

Εκεί διαπίστωσα
όταν γεννήθηκα ήμουν ήδη νεκρός

Κι εκεί κατάλαβα
πως είχα ξαναγεννηθεί

Γεννήθηκα
ίσως για να γίνω
ο πρώτος νεκρός


Επιστροφή


Το Ρυάκι

Απ’ ότι έχω καταλάβει
στη ζωή
κάνεις ο,τι καλύτερο μπορείς την κάθε μέρα που περνάει
και προσπαθείς
μέρα τη μέρα να περνάς δίπλα στο χρόνο
τα δόντια σφίγγγοντας
κάνοντας κανα δυο λάθη
που να γεμίζουν της ατέλειας το σακούλι

Φτωχέ μου άνθρωπε
σταμάτα να λυπάσαι
κάτι στραβά δεν πάει με σένα η μέ μένα
παρά η πλάση μας κι ο κόσμος που χωλένουν
κουράγιο δίνουν στο θλιμμένο τους εγώ
κάνοντας άδικα την πλάστιγγα να γύρνει
ώστε να φαίνονται πως είναι νικητές

Σκούπιστα δάκρυα
και πέρασε τις μέρες
με όποιον τρόπο τον συνάνθρωπο δε βλάπτεις
αλλά σε κάνει ένα μέλλον σου να χτίζεις
με πανωφόρια της γιορτής σημαδιακά
τραγούδια φτιάχνοντας για τα παιδιά που θα’ ρθουν
ώστε να ζήσουνε τις μέρες τους λαμπρά


Επιστροφή


Μικρός Προσωπικός Μεσαίωνας

Άναψε το φως
δώσε πνοή στο κερί
που απειλεί με σκοτάδι
και φόβο
για να δω τις φευγαλαίες ματιές των ανθρώπων
τις δικές μου.

Στο σπασμένο μολύβι
στη ραγισμένη καρδιά
στο θόλο των σκέψεων
στην τσάπα που σε χέρσα γη
αγκομαχάει να σπείρει
τα μέσα μου
και συναντιέται στην αιχμή
του ουράνιου διάπλατου τόξου
που καρφώνει τις επιθυμίες μου
στο λούναρ παρκ της εσωτερικής μου αβύσσου.

Στην αμάραντη Άνοιξη
που το χειμώνα παλεύει
στα κρυα νερά που δροσίζουν
τις πληγές στο μονοπάτι
στα ξέφτια
στα ρετάλια
στο μεγάλο Άγνωστο.

Στα σκουλήκια
που με τρώνε ζωντανό
μέχρι να με φάνε ψώφιο
σαν τον απόμαχο
μιας κούρσας αλόγου
στο στίβο.

Σκατά!
Κι αν δεν είναι αρκετός
ο λόγος μου για την ποίηση
Σκατά! και πάλι.


Επιστροφή


Νέος τρόπος ζωής

Προς όλους:
Συγχαρητήρια,
καταφέρατε να βγάλετε το χειρότερο εαυτό μου.
Κρυφτείτε τώρα.


Επιστροφή


Πλάγιος εαυτός, εκ Δανίας προδότης

Μέσα μου κοιμάται διαδοχικά
στα δύο του πλευρά
ο Ποιητής εαυτός μου.
Από το πλευρό που ξύπνησε σήμερα
με ρωτάει:
“Κάθε μέρα μου γλυστράω ένα σκαλί πιο κάτω.
Κάποτε μιλούσα για Έρωτες, για Ωκεανούς
και Ποτάμια.
Και στο βυθό που έχω πέσει
κάτω απ’ την άμμο
βλέπω μόνο μαύρο, πίκρα και κούραση
ή στην καλύτερη περίπτωση
το Γκρίζο.
Έχασα το δρόμο μου ή μου τον κρύψαν;”
Μακάρι αύριο να σηκωθεί το άλλο μου πλευρό
να απαντήσει.
Έτσι θα ξέρω πως δεν πέθανα προδότης του εαυτού μου
απλά κοιμώμενος στα δυο μου πλευρά
πνιγμένος από τον εμετό των σκέψεων και των λόγων
που δεν έφτυσα.


Επιστροφή


Αρχικά…

Ένα πέρασμα ψάχνω
λίγο πιο βαθιά από όσο συνήθως.
Ίσως να’ ρθεί με τη βροχή
να σμίξουμε σα το χρώμα του ουρανού
απάνω στο τέλος της θάλασσας.

Ποτέ δε θέλησα πολλά
από της ζωής το τσουβάλι
να’χω μόνο τα δώρα τα μικρά
τόσο όσο χρειάζομαι.

Αλήθεια, δεν έχω τόσα χρόνια καταλάβει
ζω ή παλέυω μέσα σε ένα όνειρο μέσα σε όνειρο
οπού εγώ με μένα χτυπιέμαι.
Ποτέ δε θα μάθω.
Όσο για σένα.

Υπό τη σκιά ενός φιλιού που
λάμπει όσο τα μάτια σου
όταν με αγαπάς,
υποκλίνομαι. Και λυγίζω.


Επιστροφή


3 Εποχές

Τι κρίμα να είμαι από άλλη εποχή
σε άλλη εποχή
από αυτή που θα’ θελα να είμαι…


Επιστροφή


Η Αχυρένια Κούκλα

Στα πιό θολά νερά τρεκλίζουν οι ιππότες,
με υψωμένα λάβαρα και παν προς την πυρά.
Σε σένα, Μάγισσα, αγιάζουν το σκοπό τους
και κάτι τους κρατάει τα μάτια τους μπροστά.

Συγχώρα με, σε μένανε δεν πιάνουνε τα μάγια.
Από μικρό κατάρα βαριά με είχε βρει,
σ’ έναν καθρέφτη ξυπνητός να βλέπω τη μορφή σου,
να γδύνεται, να μένει μονάχα σα ψυχή.

Στα πιο θολά νερά, σα σβήνονται τα χνάρια
και μένει πίσω τίποτα και μπρος μου η πυρά,
σε σένα, Μάγισσα, θα τάξω το σκοπό μου.
Κι αφού μπροστά της στέκομαι θα μπω για τα καλά.

Συγχώρα με, που καίγομαι σαν αχυρένια κούκλα.
Από μικρό κατάρα βαριά με είχε βρει,
σ’ ένα καθρέφτη ξυπνητός να βλέπω τη μορφή μου,
να καίγεται, να λιώνει, να μένει σα ψυχή.

Κι όταν το Δημιουργό μας ξανά θα συναντήσω,
όσο κι αν με πλήγωσες στην πλάση αυτή πολύ,
τα χέρια του θα πιάσω, ζεστά θα του ζητήσω,
κάθε σου ξόρκι, Μάγισσα, να γίνεται ευχή.


Επιστροφή


Οι περαστικοί

Κρύος καιρός, ομίχλη και καταχνιά.
Εγώ δίπλα στο παράθυρο,
όπως φανταζόμουν πως θα ήμουν και να γράφω.
Μέσα στη ζέστη του σπιτιού κανείς δε αισθάνεται θερμά.
Ούτε εγώ ούτε εσύ
ούτε κανείς από τους περαστικούς που περνάνε έξω από το παράθυρο,
αμέριμνοι για τα σπασμένα όνειρα που τα πνίγει η στέρηση.
Χαμένοι στα δικά τους.
Παρακαλάω να πάρουν ένα κομμάτι του βάρους μαζί τους,
καθώς χάνονται από τη θέα των ματιών μου, μακρυά,
σαν εργάτες σε αλυσίδα εργοσταίου.
Εσύ χλωμή κι άρρωστη από τη στέρηση,
εγώ ακόμα ήσυχος μη σπάσει το όνειρο και χαθεί.
Μα όσο πιο ήσυχος παραμένω τόσο πιό πολύ ραγίζει.
Όσο μιλάω να το μπαλώσω τόσο πιο πολύ ραγίζει.
Όσο αγαπώ, ραγίζει.
Όσο αδιαφορώ… Δεν αδιαφορώ.
Όσο κατανοώ, τόσο πιό πολύ ραγίζει.
Όσο υπάρχουν περαστικοί έξω από το παράθυρο,
θα μπορώ να στρέφω τα μάτια μου κάπου,
όταν δε θα μπορώ να σε κοιτάζω από πόνο
ή από ανημπόρια.
Μην τα παίρνεις σοβαρά αυτά που λέω.
Δεν είναι αυτό ένα ερωτικό γράμμα ούτε μια εξομολόγηση.
Είναι απλά η υστερνή πνοή μου εξήγησης πριν κάποιος περαστικός
με κουβαλήσει στην πλάτη του,
σα βάρος που του αγκιστρώθηκε,
πριν χαθεί η εικόνα μου στη γωνία του παραθύρου.
Στο βάθος ακούγεται κάποια Έσθερ.
Μέσα μου δεν ακούγεται τίποτα.
Ακούω μόνο ένα χτύπο καρδιάς,
πάνω σε κάποια πλάτη.


Επιστροφή


Ο έμπορος της ευτυχίας

Είναι αυτό το μικρό μαχαίρι που ζυγίζει κι όλας.

Δεμένος στην καρέκλα από κάποιου είδους εσωτερική συμφωνία
με την αυτοκαταστροφή, το γράπωμα στη ζωή ή την ανοησία μου,
περιμένω, όχι καρτερικά, την επίμαχη στιγμή.
Που θα πρέπει να κόψω μια λίβρα από τη σάρκα μου
σε αντάλλαγμα της ευτυχίας που συμφώνησα να λάβω.

Ιδού κόσμε, το γοερό μου δίλλημα.

Αφότου το ίδιο έγινες με το δέρμα μου
και το μέσα μου τώρα όλα διπλά συμβαίνουν
σα σε αντικρινό καθρέφτη:
Αν κάνω πως κόβω από εσένα
ματώνω εγώ,
που δε μπορώ να σε κρατήσω ολόκληρη
όπως μου υποσχέθηκα.
Η συμφωνία χαλάει με το αίμα.
Αν κόψω από εμένα,
αργά πεθαίνω,
αφού κτηνωδώς το σώμα και το πνεύμα μου βιάζω
και το αφήνω να αιμορραγεί στην αψυχία που με πλησιάζει.

Αν απλά καθήσω με το μαχαίρι άπραγο
τοκίζεται το χρέος εις το τετράγωνο,
μέσα από τους καθρέφτες.

Έχασα την πόρτα της εξόδου στις αντανακλάσεις
κι εμένα.
Όμως υπάρχω ακόμα εδώ δεμένος.

“Σας παρακαλώ κυρίες και κύριοι του δικαστηρίου,
αφού ο κατηγορούμενος χρονοτριβεί
τιμωρείστε εσείς αυτό το κουρέλι
όπως του αξίζει.”

Σιωπή στην αίθουσα. Κανείς δε με υπερασπίστηκε. Ούτε καν εγώ.

“Δεν ήταν ποτέ άξιος να ευτυχίσει, κύριε Πρόεδρε.
Δεν του άξιζε μια Πόρσια να μασκαρευτεί για αυτόν.”

Έπεσε το κεφάλι μου καταφατικά βαρύ.
Μέσα από τον καθρέφτη ένα χαμόγελο ξεπρόβαλε.
Δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω αν ήμουν εγώ
που χάρηκα για τη σίγουρη καταδίκη μου
ή εσύ που ντυνόσουν δικηγόρος για να μου δώσεις κουράγιο
και να με υπερασπιστείς.

Ακόμα και με την υπόνοια, σου χρωστάω ένα ζευγάρι γάντια κι ένα δαχτυλίδι.
Μπορώ να πληρώσω αμέσως. Χωρίς δόσεις.
Αλλιώς μπορείς να πάρεις αυτή τη μία λίβρα του χρέους,
αν την κόψεις εσύ όμως.

Όσο για μένα, πάντα κάτι θα χάνω. Είμαι απλά ένας κακός έμπορος με όνειρα
και παίρνω -ή δίνω- αυτό που μου αξίζει.


Επιστροφή


Όταν εσύ θα κουραστείς, να το θυμάσαι

Όταν εσύ θα κουραστείς, εγώ θα σου κρατάω το χέρι
και θα σε τραβάω μπροστά, μέσα στις λάσπες που μας ρίχνουν κάθε μέρα,
μ’ όλα τα μέσα,
σαν τα μουλάρια στη γραμμή πεισματωμένος,
όπως κι ο δίπλα μου.
Να το θυμάσαι.

Πριν στα χαρακώματα με ρώτησες:
“Γιατί; Γιατί να συνεχίζουμε αφού όλα μάταια είναι.
Αν σ’ ένα τέτοιο κόσμο αδύναμοι ερχόμαστε και κουρελήδες ιδεών,
πως περιμένουμε την άνοιξη να φέρει την ευωδιά της πύκνωσης
και την ανασεμιά της σκέψης;”

Άφησα στο χώμα τη μηδαμινή μπουκιά που έχει απομείνει στον καθένα μας
να την πάρουν τα μυρμήγκια στα υπόγεια και να τη διαδώσουν στη γη,
για να σου απαντήσω,
γιατί αυτό που είχα να σου πω είναι πιο σημαντικό
κι από την αξιοπρέπεια που δεν έτυχε να γνωρίσουν όσοι έχουν κυβερνήσει μοναχοί:
“Δε νικάμε το Θάνατο, ούτε φέρνουμε την αλλαγή των σεντονιών
σ’ αυτό το βρώμικο κρεββάτι του πορνείου που καλούμε πατρίδα κι ιστορία
μα πάνω σ’ ένα μαγκάλι που όλους θα μας ξεκάνει με τη μουτζούρα του,
κρατάμε γιατρικά τη σπίθα αναφτή, όπως θα κρατούσαμε ζωντανό ένα σώμα.
Το σώμα των ανθρώπων, το σώμα του Όλου και των πολλών.
Δεν αφήνουμε τη σήψη να νικήσει.
Μπορούμε ακόμα να ονειρεύομαστε κι αυτό από μόνο το μόνο του
είναι μια μικρή νίκη.”

Θυμάσαι ακόμα πόσο μισούσαμε τον πόλεμο και τις διαμάχες.
Και τώρα που έχεις φύγει το κατάλαβες. Οι μυημένοι παραμένουν με σκοπό,
για θελει τάξιμο ο αγώνας και πυρογράφημα του πένθους.
Ακόμα και τώρα που έχεις φύγει εγώ ακόμα σε κρατάω από το χέρι
και σε τραβάω μπροστά.
Όταν νικήσουμε, αυτή η νίκη του ονείρου πάνω στο χέρσο και το ξερό
της επιβεβλημένης στείρωσής μας,
θα ανήκει σε εσένα και σε εμένα.

Όταν εσύ θα κουραστείς, εγώ θα σου κρατάω το χέρι, να το θυμάσαι.


Επιστροφή


Οι ποιητές του βυθού

Καλύτερα στο βάθος κι ας μη φαινόμαστε.
Όποιος βουτάει θα μας δει.
Σα ξεχασμένα αγάλματα ναυαγίου,
μ’ ένα μαρμάρινο χαμόγελο στα χείλη
και ήσυχοι εκεί κάτω,
σχεδόν ανενόχλητοι να δουλεύουμε
και να περιμένουμε.
Όταν το φως θα μας χτυπάει σκληρά κι αλύπητα
εμείς θα λάμπουμε στου χρόνου το σεντόνι,
λευκοί, χρυσοί κι εν υπνώσει,
σα ποιητές.

Επάνω θα επιπλέουν αυτοί που χρόνια στον αφρό
περνοδιαβαίνουν με φανφαρόνικους χάικου αμανέδες,
λες και γεμίζουν του χρόνου τις σπασμένες χαραμάδες
και τον κρατάνε ενωμένο,
σα τελάληδες.
Με το γυρτό τους καπέλο και το φουλάρι μιας άλλης εποχής
θα ξεπλένουν τις αισθαντικές τους αμαρτίες,
στου άδειου δωμάτιου το επάνω μέρος,
στου άδειου δωμάτιου το μέσα μέρος,
στου γύρω κόσμου το άδειο μέρος,
λασπόνερα και βρώμικη μαγιά.

Εμείς εκεί ανενόχλητοι,
θα περιμένουμε και θα δουλεύουμε,
λευκοί, χρυσοί κι εν υπνώσει,
το ρεύμα και την τύχη να μας σπρώξει
στα πόδια κάποιου ανυποψίαστου ψαρά
σαν τα μαρμάρινα του βυθού τ’ αγάλματα,
σαν του βυθού τους ποιητές.


Επιστροφή


Το χωριό του Πιθανόν

Σε ένα από τα κοντινά μου ταξίδια,
βρέθηκα στο ξεχασμενο χωρίο του Πιθανόν.
Ένα χωριό χτισμένο πάνω στις πέτρες,
με πετρόχτιστα σπίτια,
που βλέπουν τα πάντα από ψηλά.

Οι κάτοικοί του το εγκατέληψαν πολλά χρόνια πριν,
όταν διαπίστωσαν πως ζούσαν σε μια αντίφαση.
Όποια πέτρα του Πιθανόν κι αν σήκωναν
πάντα από κάτω κρυβόταν μια Βεβαιότητα.

Δεν άντεχαν να ζουν σε μια αντίφαση.
Η λογική κι η αξιοπρέπειά τους
δεν τους το επέτρεπαν.


Επιστροφή


Μπορντώ

Με πορτοκάλι και πατζάρι θα ζωγραφίσω
στην αχνή επιφάνεια
μια ιστορία ασήμαντη μέσα στις άλλες
που πιότερο νόημα έχουν
σε μια κανάτα σκέψεις.

Κόπωση και ξύλινη ζωή
-ξυλοκόπωση- θα έλεγε κανείς
και μόχθος μοχθηρός
στα λίγα λεπτά διαύγειας
διαφαίνονται καθαρά
που οι σκέψεις μου -είναι ανεκτό να-
ξεδιπλώνονται, να αναπνέω.

Βιαστικά, μα αναπνέω.

Κι είναι μια μικρή μπορντώ στάλα ιδρώτα
τα ονειρά μου
στη ράχη της πραγματικότητας.


Επιστροφή


Αποχωρισμός

Πήρα το σκοτεινό, σπασμένο δρόμο από το σπίτι σου,
ανάμεσα στα καλαμπόκια που τα έσπρωχνε ο αέρας,
όπως κι εμένα.
Σιωπηλός μέχρι το σπίτι το δικό μου.
Τοποθέτησα ευλαβικά το πουκάμισό μου στην πλάτης της καρέκλας,
εναπόθεσα το παντελόνι μου στο μπράτσο της
και λίγο πριν ξαπλώσω
αποφάσισα με πείσμα,
από ανάγκη κυρίως.
“Θα κοιμάμαι κάθε βράδυ με τη σκέψη σου.
Ειναι κι αυτό μια κάποια λύσις.”


Επιστροφή


Ξενιτειά

Κάθε φορά που επιστρέφω λείπει κι άλλο ένα κομμάτι.
Μια γρατζουνιά εδώ, ένα σημάδι εκεί,
να δείχνουν πόσο αδύναμος είμαι να προστατέψω αυτά που αγαπώ
κι έχω αφήσει πίσω.
Όλα προχωρούν.
Στέκομαι πίσω τους και τα κοιτάζω να αποχωρούν,
σαν αυτοκίνητο που δεν πρόλαβα
κι έμεινα να το θωρώ θολά,
με δακρυσμένα μάτια.
Κάθε φορά ένα κομμάτι της ψυχής μου εξαφανίζεται.
Στη θέση του φυτρώνει ένας νεος τερατώδης καημός.
Πικρός, θλιμμένος.
Σαν ξενιτειά.


Επιστροφή

Θα έχεις ακούσει πως ο καλλιτέχνης χρειάζεται μόνο πνευματική τροφή. Αύτο δυστυχώς, ΔΕΝ αληθεύει… Χρειάζεται και πραγματική τροφή.

Εάν εκτιμάς τα έργα μου και τις προσπαθειές μου στην Τέχνη, μπορείς να με ανταμείψεις με μια ελάχιστη δωρεά, του ενός ευρώ, μέσω PayPal, Εδώ.

Ευχαριστώ που ενδιαφέρεσαι!