Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΑ

Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος

Η αγάπη του Παραμυθά

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν – δεν ήταν, ένας νεαρός που ταξίδευε απ’ άκρη σ’ άκρη της γης, λέγοντας παραμύθια στα παιδιά, για να κερδίζει το ψωμί του. Παραμυθάς δηλαδή. Κανείς δεν ήξερε τ’ ονομά του. Ούτως ή άλλως κανείς δε χρειαζόταν να το μάθει. Όλοι του φώναζαν: “Ε! Παραμυθά!.. Έλα να μας πεις μια ιστορία” ή άμα ήταν ήδη κοντά “Κάτσε να μας πεις μια ιστορία”.

Ήτανε νέος σοβαρός μα κι αστείος όταν έπρεπε, από καλή οικογένεια, μορφωμένος, όχι μόνο στα γράμματα αλλά και στο φέρσιμό του. Ήταν παληκάρι όμορφο, γεροδέμενο, είχε μάτια μικρού παιδιού κι έστελνε τα περισσότερα κέρδη του στους γονείς του, πίσω στο χωριό. Είχε όμως και πολύ αδύναμη καρδιά κι αυτό το βασάνιζε από τη μικρή του ηλικία.
Γύριζε τον κόσμο για χρόνια λέγοντας παραμύθια στα παιδιά και καμιά φορά και στους μεγάλους, για δράκους, για πρίγκιπες, για ωραίες δεσποσύνες, για μυρωμένα μαντήλια που ταξιδεύουν στο άγγιγμα του ανέμου, για αγάπες παντοτινές, για μάγους με ξόρκια, για μάγους χωρίς ξόρκια, για βασιλιάδες με βασίλεια, για βασιλιάδες χωρίς βασίλεια, για ξωτικά με τρία δόντια, με δύο δόντια, με τέσσερα δόντια, για ξωτικά χωρίς καν δόντια και ούτω καθ’ εξής. Μα ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ για ιστορίες με λυπημένο τέλος. Δεν του άρεσαν. Άσε που φοβόταν την καρδιά του. Όπως και να το κάνεις, μια ιστορία με λυπημένο τέλος σου ραγίζει την καρδιά.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Παραμυθάς γινόταν όλο και πιό γνωστός στους ανθρωπους του κόσμου. Τα παραμύθια που έλεγε γίνονταν συνεχώς καλύτερα κι όσο καλύτερα γίνονταν τα παραμύθια του τόσο πιό πολύ τον αγαπούσε ο κόσμος. Κι όσο πιο πολύ τον αγαπούσε ο κόσμος τόσο περισσότερα χρήματα κέρδιζε. Τα χρήματα όμως δεν τον ένοιαζαν τον Παραμυθά, τα έστελνε πλέον όλα σχεδόν στους γονείς του στο χωριό. Αυτό που το βάραινε ήταν πως ο καιρός περνούσε ταξίδι το ταξίδι από τόπο σε τόπο κι ο καημένος ένοιωθε μόνος. Ήθελε, όπως όλοι οι άνθρωποι, ν’ αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Έτσι ένα βράδυ που στριφογύριζε στη στρωματσάδα του, κάτω από τον έναστρο ουρανό και σκεφτότανε γιατί ο έναστρος ουρανός δεν είναι αυτός που έχει μόνο ένα άστρο αλλα αυτός που έχει πολλά, αποφάσισε ότι όπου θα έβρισκε τη γυναίκα που θα αγαπούσε, εκεί θα περνούσε τα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του. Σκέφτηκε, βέβαια, ότι είχε στείλει στους γονείς του αρκετά χρήματα για να περάσουν κι αυτοί πλουσιοπάροχα, θα έλεγε κανεις αλλά αφού είναι κανείς πως να πει, τα υπόλοιπα χρόνια της δικής τους ζωής.

Το ταξίδι του συνεχίστηκε καιρό ακόμα. Πόλη στην πόλη, χωριο στο χωριό, παραμύθι στο παραμύθι, ο νεαρός μεγάλωσε, όπως μεγάλη είχε σταθεί πλάι του και η φήμη του. Κάποια στιγμή, έφτασε, πάνω σε ένα γαϊδουράκι, στην Ανατολή, όπου είχε συμβεί ένα περίεργο πράγμα. Η φήμη του είχε φτάσει χρόνια νωρίτερα από εκείνον. Σκέφτηκε λοιπόν, στο επόμενο μέρος που θα πήγαινε να καβαλήσει τη φήμη του, γιατί το γαϊδουράκι του παραήταν αργό.

Ήδη, είχε ανακυρηχθεί ο πιό καλός Παραμυθάς απ’ όλους τους παραμυθάδες του κόσμου. Έτσι, όταν έφτασε στη Μεγάλη Πρωτεύουσα της Ανατολής, τον υποδέχτηκαν με τόσο μεγάλες και βαριές τιμές, που ο ίδιος μόνος του αδυνατούσε να τις κουβαλήσει. Αμέσως, ένας άνθρωπος ντυμένος με κόκκινα ρούχα πήγε κοντά του και του είπε: “Ο Αφέντης μου και Μεγάλος Αφέντης της Ανατολής, σε καλεί στο Μεγάλο Παλάτι της Μεγάλης Πρωτεύουσας της Ανατολής, για να πεις στην κόρη του Παραμύθια”. Ο Παραμυθάς συμφώνησε κι έτσι ξεκίνησαν.

Στο δρόμο σκεφτότανε: “Τί μεγάλο όνομα που έχει το σπίτι του Μεγάλου Αφέντη. Πρέπει να είναι μεγάλο σπίτι. Μεγάλο σπίτι, μεγάλο όνομα. Κι αφού κι ο Αφέντης λεγόταν μεγάλος, πόσο μεγάλος να ήτανε;.. Δύο μέτρα, τρία μέτρα, δέκα μέτρα;..”

Ο άνθρωπος με τα κόκκινα ρούχα είπε κάτι στους φρουρούς του Παλατιού και μαζί με τον Παραμυθά, μπήκαν μέσα. Εκεί, ο Μεγάλος Αφέντης, που δεν ήταν και τόσο μεγάλος τελικά μα ένας κανονικός άνθρωπος, λέει στον Παραμυθά.
– Θα σε πληρώσω το βάρος σου σε χρυσάφι, για να πεις στην κόρη μου όσα παραμύθια χρειάζεται για να ξυπνήσει.
Μα, του λέει ο Παραμυθάς, παραμύθια λέμε στα παιδιά για να κοιμηθούν, όχι για να ξυπνήσουν.
– Συμφωνείς, ναι ή όχι; ρώτησε ο Μεγάλος Αφέντης.
– Συμφωνώ, λέει ο Παραμυθάς, που δεν του καιγόταν καρφί για τα χρήματα αλλά ήταν η πρώτη φορά που του ζητούσαν να πει παραμύθι σε κοιμισμένο παιδί για να ξυπνήσει.
– Πρόσεξε, τον προειδοποίησε ο Μεγάλος Αφέντης, αν προσπαθήσεις να φύγεις, χωρίς να τηρήσεις τη συμφωνία μας, θα πεθάνεις. Και ξαφνικά ο Μεγάλος Αφέντης από κανονικός άνθρωπος έγινε Μεγάλος.
Ο Παραμυθάς αναφώνησε ένα Ω! Κι έκανε ένα βήμα πίσω.
-‘Εμπλεξα άσχημα, σκέφτηκε καθώς τον οδηγούσαν στο δωμάτιο της κόρης του Μεγάλου Αφέντη, για να της πει τα παραμύθια του.

Μόλις μπήκε στο δωμάτιο ο χρόνος σταμάτησε. Η κόρη του Μεγάλου Αφέντη δεν ήταν ακριβώς παιδί μα μια πανέμορφη κοπέλα και συγκεκριμένα η πιό όμορφη που είχε δει ποτέ, σε όσα μέρη κι αν είχε πάει. Είχε σκούρα μακρυά μαλλιά και
μοσκοβολούσε. Και τον μάγεψε…

Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη πάνω σε ένα κρεββάτι στολισμένο με λουλούδια.

– Τί έπαθε, ρώτησε ο Παραμυθάς, γιατί κοιμάται;
– Κάποτε, πριν χρόνια, ένας μάγος, ο πιό φοβερός σε όλη την Ανατολή, την ερωτεύθηκε. Ζήτησε το χέρι της από τον πατέρα της αλλά εκείνος αρνήθηκε να του το δώσει. Και πως να το δώσει αφού και η Πρίγκίπισσσα δεν ήθελε; Γι’ αυτό της έριξε ένα τρομερό ξόρκι και την κοίμησε για πάντα. Άμα δεν την έχει εκείνος, να μην την έχει κανένας.
Ο Παραμυθάς την αγάπησε άμεσως.

Τι κρίμα, σκέφτηκε. Αχ! Και να’ ταν ξύπνια. Πώς μπορώ εγώ να την ξυπνήσω; Αυτή η κοπέλα χρειάζεται μάγο, όχι παραμυθά. Κι αυτό το σκέφτηκε δυνατά.

– Αυτή η κοπέλα χρειάζεται παραμυθά, του απάντησε ο πατέρας της, που μόλις είχε μπει κι αυτός στο δωμάτιο. Κάποτε ένας πολύ σοφός γέρος μας είχε πει πως μόνο το πιό αγνό κι όμορφο παραμύθι μπορεί να την ξυπνήσει. Αν δεν το ξέρεις εσύ, που είσαι ο καλύτερος παραμυθάς, τότε κανείς δε μπορεί να μας βοηθήσει. Χάθηκε η κόρη μου…

Και ο βασιλιάς έβαλε τα κλάματα. Και φάνηκε στον Παραμυθά ακόμα πιό Μεγάλος.

– Ησυχάστε, κύριε, του είπε ο Παραμυθάς. Εγώ θα την ξυπήσω…

Οι μέρες περνούσαν και οι μήνες και τα χρόνια κι ο νέος είχε γίνει πια ολόκληρος άντρας. Κάθε μέρα στεκόταν πλάι στην πριγκίπισσα να της λέει παραμύθια αγνά, για δράκους, για πρίγκιπες, για ωραίες δεσποσύνες, για μυρωμένα μαντήλια που ταξιδεύουν στο άγγιγμα του ανέμου, για αγάπες παντοτινές, για μάγους με ξόρκια, για μάγους χωρίς ξόρκια, για βασιλιάδες με βασίλεια, για βασιλιάδες χωρίς βασίλεια, για ξωτικά με τρία δόντια, με δύο δόντια, με τέσσερα δόντια, για ξωτικά χωρίς καν δόντια και ούτω καθ’ εξής, χωρίς να λείπει σχεδόν καθόλου από δίπλα της.

Κάθε μέρα που περνούσε την αγαπούσε πιό πολύ κι εκεί που νόμιζε πως δεν υπάρχει χώρος για πιό πολύ αγάπη, εκεί η αγάπη τον γέμιζε περισσότερο. Όμως, ό, τι παραμύθι κι αν της έλεγε ο Παραμυθάς, εκείνη παρέμενε ασάλευτη. Και η καρδιά του πήγαινε να σπάσει.

Κάποια στιγμή τα παραμύθια τελειώσανε και στερέψανε κι οι πρίγκιπες και τα ξόρκια και τα ξωτικά κι όλα… Ο Παραμυθάς απελπίστηκε… Έκλαψε ώρες πολλές κι η καρδιά του γινόταν όλο και πιό αδύναμη. Ανάμεσα στο κλάμα και τα αναφιλητά, δίχως να το καταλάβει, άρχισε να της μιλάει.

– Δεν έχω άλλα παραμύθια να σου πω, πριγκίπισσά μου. Όσα ήξερα σου τα’ πα. Δοκίμασα ό,τι ήξερα κι ό, τι μπορούσα να σε ξυπνήσω. Και τόσο που θέλω να σε δω ξύπνια και να σου μιλήσω. Θα σου πω μια τελευταία ιστορία και θα σταματήσω. Άλλωστε κι ο πατέρας σου, που κάποτε με φοβέριζε γι αυτό, κατάλαβε την προσπάθειά μου και τους λόγους της και με ελευθέρωσε από την υπόσχεση μου.

Κάποτε, από ένα χωριό πολύ μακρινό από εδώ, ξεκίνησε ένα παιδί να μαζέψει χρήματα για την οικογένειά του, που ήταν πολύ φτωχή. Ο πατέρας του ήταν άρρωστος στο κρεββάτι και η μητέρα του έπρεπε να τον φροντίζει. Το μόνο που ήξερε να κάνει το παιδί, ήταν να λέει ιστορίες. Παραμύθια. Είχε και πολύ αδύναμη καρδιά και δε μπορούσε να κάνει κι ο, τι δήποτε άλλο. Μα και στον κόσμο άρεσε πολύ ν’ ακούει τα παραμύθια του και τον πλήρωναν καλά γι’ αυτό. Μέχρι που και τ’
ονομά του ξέχασαν και το φώναζαν “Παραμυθά”.

Ο Παραμυθάς γύρισε σχεδόν όλον τον κόσμο λέγοντας ιστορίες αγνές για βασιλιάδες, δράκους, ξωτικά, κι ό, τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου. Με τα χρόνια μεγάλωνε και η τσέπη του και η φήμη του. Μα δεν τον ένοιαζαν αυτά. Είχε στείλει τόσα χρήματα στους γονείς του, που δε χρειάζονταν πια άλλα. Ήθελε μόνο να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Κάποια στιγμή, έφτασε στην Ανατολή, όπου ο Μεγάλος Αφέντης του ανέθεσε να πει παραμύθια στην κόρη του, για να την ξυπνήσει από τον ξορκισμένο ύπνο που την είχε ρίξει ένας τρομερός μάγος. Τα χρόνια περνούσαν και ο Παραμυθάς που είχε αγαπήσει την Πργκίπισσα από την πρώτη στιγμή, την αγαπούσε κάθε μέρα περισσότερο κι αδυνατούσε να την ξυπνήσει. Έτσι η καρδιά του γινόταν όλο και πιό αδύναμη.

Ώσπου μια μέρα, τα παραμύθια τέλειωσαν και δεν είχαν απομείνει πλέον ούτε δράκοι, ούτε πρίγκιπες, ούτε ξωτικά, το πήρε απόφαση πως δε θα την ξυπνήσει κι έκλαψε τόσο πολύ που η καρδιά του από τη στεναχώρια χτυπούσε πιό αργά, πιό αργά και πιό αργά, πιό αργά, λέγοντας της μια τελευταία ιστορία. Την ιστορία του. Ύστερα θα σταματούσε.

Εκείνη τη στιγμή, η πριγκίπισσα άνοιξε απελπισμένα τα μάτια της και του είπε: “Μη φύγεις, Σ’ αγαπάω!..” Ο Παραμυθάς κινήθηκε με δυσκολία προς το μέρος της, τη χαίδεψε, της έδωσε ένα φιλί και σωριάστηκε στο πάτωμα. Η καρδιά του τον είχε προδώσει…

Όταν συνήλθε, ήταν αυτός ξαπλωμένος στο κρεββάτι κι αυτή καθισμένη πλάι του. Ένα σωρός γιατροί επίσης απο πάνω του.

– Σ’ αγαπάω του είπε η πριγκίπισσα καθώς ξυπνούσε.
– Κι εγώ σ’ αγαπάω, βασιλισσά μου, της αποκρίθηκε αυτός.
– Οι γιατροί λένε πως η καρδιά σου είναι αδύναμη κι αν δεν την αλλάξουν σύντομα… χλώμιασε η πριγκίπισσα…
– Ξέρω, είπε κοφτά ο Παραμυθάς. Αν μ’ αγαπάς όσο κι εγώ, σε παρακαλώ, άσε έτσι την καρδιά μου.
– Ναι αλλά σ’ αγαπάω, όπως αγαπάω και τα παραμύθια σου που μου είπες και την ιστορία σου που με ξύπνησε. Ήταν το πιο αγνό κι όμορφο παραμύθι που έχω ακούσει. Σε παρακαλώ, μη φύγεις.
– Φοβάμαι πως αν μου αλλάξετε την καρδιά, η νέα δε θα γνωρίζει την αγάπη της τωρινής μου, έκλαψε ο Παραμυθάς, κρατώντας την στην αγκαλιά του, ώσπου η καρδιά του έπαψε να χτυπά και κοιμήθηκε κι αυτός έναν ύπνο πιό δυνατό από ξόρκι.

Η πριγκίπισσα, ξάπλωσε δίπλα του κι έκλαψε, δίνοντας του, στ΄ αυτί, μια υπόσχεση πως θα του διάβαζε παραμύθια, όπως έκανε κι αυτός, μέχρι να την πάρει κι εκείνη ο ύπνος. Ο απλός, γλυκός από κούραση ύπνος.

Καμιά φορά, ανάμεσα σε δύο παραμύθια, μπορείς ακόμα να ακούσεις το κλάμα τους.

– Ε! Μπαμπά, γιατί αυτό το παραμύθι έχει λυπημένο τέλος; Δε φοβάσαι εσύ για την καρδιά σου;
– Αγάπη μου, τα παραμύθια λένε πάντα κάποια αλήθεια.
– Τί αλήθεια λέει αυτό το παραμύθι, μπαμπά;
– Λέει, καρδιά μου, πως η αγάπη έχει δύο πρόσωπα. Ένα χαρούμενο κι ένα λυπημένο. Κι ότι κάθε αγάπη είναι ένα όμορφο παραμύθι, όπως αυτό εδώ. Αυτό που αγαπάει περισσότερο κάθε άνθρωπος στη ζωή του, είναι η Αγάπη.
– Θα το θυμάμαι, μπαμπά. Σ’ αγαπάω.
– Κι εγώ σ’ αγαπάω, παιδί μου… Καληνύχτα…