ΝΕΡΟ, ΑΕΡΑΣ, ΓΗ, ΦΩΤΙΑ

Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος

Νερό, Αέρας, Φωτιά, Γη

i.

Ήρθε η θάλασσα και έσβησε

το Όλο.

Δυο μικροί κόκκοι άμμου

έμειναν

στο σύμπαν.

Ταξίδεψαν,

Μέσα σε καταιγίδες

μέσα σε σκίες και ήλιους,

μέσα σε σκέψεις,

σε ματιές

και συναισθήματα.

Έπειτα, κατέληξαν

σε κήπους με αηδόνια,

σε κήπους κρεμαστούς,

δροσιστικούς

και σπάρθηκαν

και φύτρωσαν

και ζωή απέκτησαν

σαν ένα.

Ένας μικρούλης κόκκος,

λίγη ψυχή,

Εμείς.

ii.

Αγάπη μου,

Τόσα τα πράγματα να σου πω μα οι λέξεις ματώνουν. Βάφουν τα τζάμια της ψυχής μου και να δεις μέσα μου καθάρα δε μπορείς.

Ξέρεις, μια διαδρομή υπάρχει στο μυαλό μου. Εκεί γυρίζει γύρω – γύρω μοναχά η εικόνα σου. Αυτή είναι η εικόνα που φιλώ το βράδυ πριν κοιμηθώ, που προσεύχομαι να είσαι καλά, που θυμώνω όταν πονάω απ’ τα γλυκά τσιμπήματα των ανόητων μου σκέψεων.

Εσύ Αφετηρία, Διαδρομή και Προορισμός μου,

Κι εγώ;

Εγώ … η Σκιά στο Δέντρο της Αγάπης μας, η σκιά που το στηρίζει, Νεράιδα μου…

Μαζί πορευόμαστε χέρι – χέρι.

Το Όλο το πήρε η θάλασσα… Δεν μου μένει τίποτα πια να σου δώσω…

Σου δίνω, λοιπόν, τη Θάλασσα…

iii.

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε ένα σπίτι χτισμένο απο αέρα, ένα κορίτσι που το λέγαν Πορτοκαλένια.

Κάθε βράδυ ονειρευόταν μυστικές γιορτές και πυροφάνια, ταξίδια σε ρυάκια πάνω σε φύλλα κιτρινισμένα από το ελαφρύ χέρι του φθινοπώρου, συνομιλίες με ζαρκάδια και μια Σκιά. Τη σκιά ενός δέντρου, εκεί που κάθεται και ξαποσταίνει μετά από το παιγχνίδι της με τις πεταλούδες. Το κηνύγι των ευωδιών και το χάιδεμα των χρωμάτων. Ήταν όμορφη.

Ένα λευκό υφαντό πέπλο κάλυπτε το σώμα της, τα πόδια της γυμνά κι αέρινα, η ματιά της γλυκιά κι η αύρα της μεθυστική.

Κάποιο πρωί, καθώς μάθαινε στα νεοπούλια να πετούν, το αεράκι ταξίδεψε πάνω του μια λέξη και την έφτασε στο μέρος που βρισκόταν. Την έκανε μια στροφή γύρω από το κορμί της και την εναπόθεσε στα πόδια της. Την ακούμπησε στο έδαφος ήρεμα και τρυφερά.

–          Πρίγκίπισσα…

Ακούστηκε ένα ψίθυρος να λέει το αεράκι. Έπειτα έσβησε.

Η Πορτοκαλένια δε μίλησε μόνο κοίταξε σκεφτικά το νεοπούλι που κρατούσε στα χέρια της και το χάιδεψε.

Κάθισε δίπλα στο ρυάκι, έβαλε τα πόδια της στο νερό και τα κούνησε μερικές φορές μπρος και πίσω. Ύστερα ξανασκέφτηκε αυτό που είχε ακούσει:

–          Πριγκίπισσα…

Και η νύχτα, την ίδια πάντα ώρα της καρδιάς, ήρθε ξανά.

Γύρω στη μέση της νυχτιάς, πάνω από το κρεββάτι της, μια κουκουβάγια πήρε θέση συζήτησης. Γούρλωσε λίγο τα μάτια, έγειρε το κεφάλι:

–          Ένας Ιππότης!..

φώναξε και πέταξε έξω από το παράθυρο.

Η Πορτοκαλένια σάλεψε στον ύπνο της – Ένας Ιππότης – μουρμούρισε και βυθίστηκε στο όνειρο πιό βαθειά…

Σχήματα παράξενα, μουσικές βγαλμένες από σκαλιστά ξύλινα κουτιά, ήχοι του δάσους, φωτιές, σκέψεις ζαφειρένιες, λάμψεις.

Τα πόδια της πατούν στα υγρά φύλλα. Η βροχή έχει μόλις σταματήσει. Κι εκείνη στάζει. Στάλες κυλούν στα μαλλιά της και στο πρόσωπό της. Το χώμα αχόρταγο ρουφάει. Ξέδιψες οι ρίζες της δείχνουν ένα φύλλο.

Το σηκώνει και το διαβάζει:

–          Έρχεται…

Η βροχή αρχίζει πιά σαν από συνήθεια.

Ξέρεις, την ίδια πάντα ωρα…

Αχάραγο ακόμα κι εκείνη στο πόδι. Περίπατος στα μονοπάτια. Ένα ψάρι γλυστράει αθόρυβα στο νερό και χάνεται. Ένα φύλλο βρεγμένο γαντζώνεται στο πόδι της, σα να κινδυνεύει. Σκύβει, γονατίζει με το αριστερό, το πιάνει με τα δυό της δάχτυλα και το τραβάει. Το διαβάζει.

–          Ήρθε…

Σηκώνει το βλέμμα, ο ήλιος έχει κρυφτεί, όλα το λένε… Πρώτος αυτός.

–          Ήρθα, Νεράιδα μου…

Αυτή ήταν η Ιστορία της.

iv.

Με κοίταξες

κι έσπασα χίλια κομμάτια.

Διαλύθηκα

όπως τα σύννεφα στον αέρα.

Κι οσμή – στον αέρα – της βροχής

να πλανάται.

Για μια μονάχα Νύμφη

τραγουδώ.

Πονάω,

όπως πονάει μονάχα

όποιος αγγίχτηκε

από το χέρι το άγριο

του Αφέντη των Ψυχών.

Και ξύπνησα μέσα στ’ όνειρο

που έβλεπα μικρός

χωρίς να ξανακοιμηθώ

γιατι φοβόμουν.

Φοβόμουν,

μήπως στον ξύπνιο μου

αποκοιμηθώ

και σε χάσω.

Σε περιμένω Πάντα

να μ’ ακουμπήσεις τρυφερά

σαν το κελάιδισμα

το ηδονικό

του άη-δονιού.

Πίσω από κάθε βλεφάρισμα

των  ανθρώπων

αιώνια θα σε καρτερώ…

Αιώνια Δικιά μου…

v.

Η θάλασσα σήκωσε κύμα..

Δες πως χωρίζει το μπλε

με το άσπρο.

Χωρίς να γνωρίζεις

τι συμβαίνει στο βάθος

ο αφρός ταξιδεύει.

Πίσω στο τέρμα

μπλέκουν νερά κι αέρηδες

και πλοία.

Έτσι γεμίζουν τα αδειανά.

Κι οι ψυχές γαληνεύουν

ανασταίνονται

και μοσχοβολούν

ευωδιές ανοιξιάτικες,

κρίνα, πασχαλιές,

παίρνουν χρώμα παπαρούνας.

Έτσι γεμίζουν τα αδειανά.

Η θάλασσα βοηθάει.

Χωράει όλους τους καημούς

Τους διώχνει.

Το ίδιο κι εσύ.

Όλους τους καημούς

τους διώχνεις.

Γι άυτό,

το ίδιο με τη θάλασσα

σε λογίζω.

Κι είσαι το Όλο…

vi.

Καραβάκι, καραβάκι

μέσα στο γιαλό

καραβάκι, συννεφάκι

πού θα πας;

Καραβάκι, καραβάκι

τα κουφάρια στο βυθό

καραβάκι, συννεφάκι

να μετράς.

Καραβάκι, καραβάκι

δίχως τη δική μου Αγάπη

καραβάκι, συννεφάκι

πού θα πας;

vii.

Στους ανθρώπους πάντα ίσχυε μια Αλήθεια.

Πως κοιτάνε βιαστικά. Γι’ αυτό η ουσία τους ξεφεύγει. Θα μπορούσα να σε ρωτήσω:

Τί χρώμα έχει η ουσία. Ξέρεις να μου απαντήσεις; Τί γεύση έχει; Και τί ουσία;..

Θα σου το πω εγώ αυτό το μυστικό. Το έμαθα κοιτάζοντάς σε στα κρυφά, πριν καν την πρώτη λέξη σου πω. Έπειτα κοιτάζοντάς σε στα κρυφά στις πρώτες μας κουβέντες, κοιτάζοντάς σε στα κρυφά τις νύχτες όταν δίπλα μου κοιμόσουν – αγγελούδι μου – κι όταν στα μάτια σε κοιτώ, ακόμα το μαθαίνω.

Έχει σχήμα πορφυρό και ιώδες, του Αίματος και της Αγάπης, γιατί η ουσία έχει δέρμα και ματώνει όταν γυμνώνεται και θέλει να την αγαπάς. Όσο για την ουσία της ουσίας, Αγάπα με για να τη βρεις…

viii.

Κοίτα με στα μάτια και θα δεις

όλα αυτά που ψάχνεις στους βυθούς σου

όλους τους μικρούς σου θησαυρούς

όλους τους μεγάλους τους καημούς σου

κάτω από τα βλέφαρα εσύ…

Μεθυσμένο στα σοκάκια τριγυρνάς

ψάχνοντας να βρεις αυτό που λείπει

όλους τους μικρούς σου θησαυρούς

όλους τους μεγάλους τους καημούς σου

πίσω απ’ τα Νοήματα εσύ…

Σκοτεινά σε Αγαπώ

και και Φωτεινά σε θέλω

Σκοτάδι του Άδη θα σε βρει

και χάδι των Αγγέλων

μικρή Πορτοκαλένια μου εσύ…

ix.

Όλα συνδέονται.

Το Ξέρεις;

Όλα.

Εμείς με το σύμπαν, εμείς με το νερό, εμείς με τα συναισθήματα, εμείς με κάθε τί, εγώ με έσένα.

Όμως, η σύνδεση ως πράγμα υπαρκτό, κάτι είναι. Τί ομως;

Ξέρεις, τα κόκκαλα συνδέονται με τους συνδέσμους, οι πέτρες στα σπίτια με τσιμέντο, τα σκοινιά με κόμπους, οι άνθρωποι με σχέσεις, εγώ κι εσύ με…

Με…

Περιμένω να μου απαντήσεις. Ξέρεις γιατί. Γιατί θέλω να δω αν συνδεόμαστε με το ίδιο υλικό. Αν για παράδειγμα, ενώσεις δυο πράγματα μεταξύ τους με διαφορετικά υλικά, ένα για το ένα κι ένα για το άλλο, αυτά σπάνια θα βρεθούν κολλημένα. Αν για παράδειγμα άλλο, προσπαθήσεις να ενώσεις δύο πλάκες με μια στρώση κόλλας και μια στρώση αφρού μεταξύ τους, αυτά δεν υπάρχει περίπτωση να κολλήσουν.  Αν για παράδειγμα τρίτο, προσπαθήσεις να ενώσεις την ψυχή μου με την δική σου, αυτές πρέπει να να ενωθούν με το ίδιο υλικό. Σε αντίθετη περίπτωση… Μαθηματικά, Χημεία, Λόγοτεχνία, Φυσική…

Ακόμα περιμένω, Πορτοκαλένια μου…

Δε θα σου απαντήσω τώρα. Έχω υπομονή.  Κάποια στιγμή από μόνη σου θα μου πεις. Αν συμπίπτουν τα υλικά μας, τότε είμαστε ενωμένοι για πάντα. Αν δε συμπίπτουν, θα αφαιρέσω το δικό μου και θα προσθέσω ίδιο με το δικό σου. Αυτό μπορώ να κάνω για εμάς. Αυτό είναι η απόλυτη παράδοση. Και Ξέρεις; Δεν ενώνονται τα πράγματα πάντα για καλό. Όμως αυτά που ενώνονται για καλό τα καταλαβαίνεις…

x.

Όλα ανθούν δίπλα στο νερό. Το όλο είσαι εσύ. Γι ‘αυτό τα μάτια μου υγραίνονται όταν σε σκέφτομαι.

xi.

Τέρμα τα λόγια της Αγάπης. Ο αέρας έξω φυσάει μανιασμένα. Το σπίτι σου άνετο, ζεστό γιατί κι εσύ του αέρα είσαι. Εδώ, Εκεί, Παντού… Μη μιλάς μόνο άκου…

Άκουσε τον ήχο της λύσσας, φτάνει στα παράθυρα, παρασύρει και χορεύει τα φύλλα, τις σκέψεις μου… Ό, τι κι αν γίνει, πάντα εδώ θα χορέυεω. Το χόρό του Αέρα μαζί σου.

Τύλιξέ με.

Φύσα.

Μη μιλάς.

Μόνο άκου.

Άκου αυτά που θα σου πω.

Δεν αντέχω άλλο τη σιωπή.

Είναι βαριά και θλιβερή.

Και Μαύρη.

– Μέσα στ’ όνειρο βυθίσου να με συναντήσεις. Αργά, σταθερά κι αέρινα, βυθίσου. Εγώ θα είμαι εκεί. Θα περιμένω στο αιώνιο βλεφάρισμα των ανθρώπων. –

Κρυώνεις; Μια στιγμή είναι μόνο. Μόνο για να δεις πως είναι να μένεις μόνος. Μόνος, χωρίς τον εαυτό σου. Στην πιο ψηλή κορφή. Πάντα να με καρτεράς. – Κι εγώ εκεί απέναντι θα καρτερώ εσένα. –

Αφήσου. Λικνίσου. Πέτα στη δίνη σου κι έλα. Τύλιξέ με. Φύσα. Πάρε μου τη σιωπή και φέρε μου έκφραση. Μ’ αυτό θέλω να σου πω όλα όσα οι άνθρωποι δεν έχουν πει στο χρόνο, ούτε θα πουν, όσα η φύση δεν κελάρισε και τα πουλιά ακόμα δεν άντεξαν να πούν.

Ο Αέρας θα πάρει τα λόγια μου και θα τα φέρει σε εσένα.

xii.

Έχεις τη δύναμη του αέρα στη φωνή σου.

Τώρα μπορείς να μου μιλήσεις. Όλα τ’ αφήνω κενά. Εκεί θα χωρέσουν οι σκέψεις σου.

|

|

|

Κενό

|

|

|

xiii.

Χρόνια Πολλά

περάσαν

κι οι άνθρωποι ευχήθηκαν

σε γιορτές και σε αργίες.

Το κύμα έσβησε τα ίχνη

από τις ακτές

καθάρισε τα βότσαλα

που μοιάζουν πιά γυαλιστερά

κάτω από το φως

του Ήλιου του Αναγεννητή.

Άλλη πνοή έχουν πάρει πιά

τα αρμυρίκια

αλλού κοιτάζουν οι ελιές

κι ο χρόνος

σταλάζει

σταλάζει

σταλάζει

σταλάζει

σταλάζει

σταλάζει

σταλάζει

αργά και βασανιστικά

γλυστρώντας

πάνω στις καινούριες

Μέρες

του Ήλιου του Αναγεννητή

που φέρνει

Αγαλλίαση

και Σκέψη

δώρα ακριβά

ενός Μάγου.

Στον καθρέφτη της ψυχής

του Τώρα

– πιό απόλυτη έννοια δεν υπάρχει –

βλέπω τις πληγές

που μου ζωγράφισε

η Πύρινη Ρομφαία σου.

Άλλες κλειστές

άλλες ανοιχτές

άλλες ανάμεικτες.

Ξεπηδούν από κει μέσα

σκέψεις

πόνοι

φόβοι

που τους θάβω Στοργικά

βαθειά μεσα στη γη της Λησμονιάς

Κι όταν αδειάζω αρκετά

δεν ακούω πιά Εσένα

ούτε τις Πορτοκαλίες

που είχα συνηθίσει να φυτρώνουν

επάνω μου

και μέσα μου

με το χτύπημα της

Δέκατης  Τρίτης Ώρας

σημάδι

πως αρχίζω από την

Αρχή.

[Εντροπεία.]

ΤΕΛΟΣ

Θα έχεις ακούσει πως ο καλλιτέχνης χρειάζεται μόνο πνευματική τροφή. Αύτο δυστυχώς, ΔΕΝ αληθεύει… Χρειάζεται και πραγματική τροφή.

Εάν εκτιμάς τα έργα μου και τις προσπαθειές μου στην Τέχνη, μπορείς να με ανταμείψεις με το αντίστοιχο ενός καφές ή και ππερισσότερο αν θελεις, μέσω PayPal.





Ευχαριστώ που ενδιαφέρεσαι!