ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ

Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος

 

 

 

 

Tα Μάτια του Κύκνου

 

 

 

 

 

 

Έργο για Ποιητικό Θέατρο

 

 

Τα Μάτια του Κύκνου

 

Έργο για Ποιητικό Θέατρο

 

Copyright 2002 Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Στη Μητέρα των Ανθρώπων και των Θεών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εικόνα Πρώτη

 

 

Ψυχή: Για χιλιάδες χρόνια τώρα η αγάπη μας φυτρώνει στα λουλούδια του κάμπου, την παρασύρει από τις ψηλές κορφές στη θάλασσα. Τι είναι βαρκούλα η αγάπη να σε περνάει απέναντι. Κι απέναντι ανθίζει. Για χιλιάδες χρόνια τώρα περιμένω να τη δρέψω. Καρτερώ. Θα καρτερώ. Χιλιάδες χρόνια σφίγγω το δρεπάνι στο χέρι μου. Νοητή προέκταση της ψυχής μου. Εγώ ο θεριστής και τρυγητής κι εσύ… Αχ! Εσύ… Γεννημένη στις πέντε θάλασσες. Από αγάπη. Τη δική μου. Ταξιδεμένη στις σπείρες των χρόνων και ταγμένη να είσαι η κάθε κορυφή της διαδρομής μου. Αγάπη σε είπανε πολλοί. Προορισμό εγώ. Η φωνή μου αντηχεί στα πέρατα του κόσμου, στα πέρατα της ύπαρξής σου, στα τρίσβαθα πηγάδια του μυαλού σου, στα τρίστρατα των αναποφάσιστων πεζοπόρων που μοιραία ταξιδεύουν για το δικό τους φθινόπωρο. Ζυμώθηκα με τ’ Άγιο το κρασί που μέστωσε. Ξέρω να περιμένω.

Κοριτσάκι: Ακούω τη φωνή σου από τα βάθη των αιώνων, να χτυπάει στα σπήλαια της ψυχής μου σαν απόηχος παλιού γραμμοφώνου που παίζει κάποια παλιά και ξεχασμένη νοσταλγική μελωδία.  Σ’ ακούω ουράνιο φως και τρισμέγιστη κατάρα μου. Ταγμένη εγώ σ’ εσέ. Κι εσύ… Αχ! Εσύ… Καμωμένος στα σπλάχνα της Ίδης, αναθρεμμένος να επιβλέπεις τους θεούς. Πρισματικά σε βλέπω και το μόνο που θυμάμαι από σένα είναι πως στα μάτια σου η αντανάκλαση του επιπέδου της θάλασσας είναι το παντοτινό βουνό. Για χιλιάδες χρόνια περιμένω. Χαράζω τους καρπούς μου και ρανίδα τη ρανίδα μετρώ τους χτύπους της καρδιάς σου στην κλεψύδρα της προαιώνιας χαράς μου. Σταλάζω. Αίμα το αίμα. Δάκρυ το δάκρυ. Σκιά τη σκιά. Χρόνο το χρόνο. Με πόνο. Αργά; Σιγά; Θα καρτερώ.

Ψυχή: Να’ χα αμέτρητες σιωπές να χαϊδεύουν τις αισθήσεις σου, χίλιες ματιές να σου ταξιδεύουν την ψυχή. Χίλια απόκρυφα σημάδια στ’ αστρινό σου σώμα, ένα σου στάξιμο κερένιο στο σύμπαν. Ένα σου χάδι αλαργινό στ’ άψυχα περάσματα του μυαλού μου. Μια ιδέα έχω και μία προσμονή. Για χιλιάδες χρόνια τώρα. Το όνομά σου Φάρος κι εγώ βαρκούλα να με τραβάς χιλιάδες χρόνια τώρα στ’ αρχιπέλαγα των ματιών σου. Σπασμένο τόξο εγώ στα χέρια σου θα είμαι. Σπασμένα βέλη οι θελήσεις μου. Σπασμένα όμως δάκρυα ποτέ δε θ’ αντικρίσεις, ούτε θα νοιώσεις. Σπασμένη σαΐτα εγώ στα χέρια σου κι ένα πουλί που τρέμει. Κοίτα αγάπη μου, φέγγισε πάλι η σελήνη πάνω στα θολά νερά του κόσμου. Κι εγώ ξυπόλυτος βαδίζω στ’ αγκάθια της εσωτερικής μου γαλήνης. Σε βλέπω να περιφέρεσαι ανάμεσα σ’ άγριους κύκνους. Είσαι καθάριο νερό που τους στηρίζει να υπάρχουν. Σε βλέπω στα σύννεφα της μέθης μου, στα πυρωμένα μαγκάλια της αφής μου, στην αίθουσα του πάθους που κουβαλάω μέσα μου, στ’ αγέρι που με γεμίζει ελπίδες και κουράγιο. Στην αίσθηση που μου αφήνεις όταν σε χρειάζομαι μα δεν έχεις υπάρξει ακόμα και στην κάθε στροφή του κεφαλιού μου, που θωρεί τα πάντα. Μισά φεγγάρια σε φροντίζουν και σε λούζουν δάκρυα. Θωρώ σε. Νοιώθω σε. Προσμένω σε. Χιλιάδες χρόνια τώρα. Το σύμπαν δημιουργήθηκε για υπάρξω, ο κόσμος δημιουργήθηκε για να υπάρξεις. Σε έπλασα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, προαιώνια λαχτάρα μου, μικρή πόρπη στον πορφυρό μου χιτώνα, βαμμένο με το αίμα του λήθαργου που αναζητώ. Αγαπώ σε. Τι γεύση να’ χεις; Γιασεμί και πικραμύγδαλο με σκέφτηκες ένα πρωινό που η σκέψη μου πνιγόταν στην ομίχλη. Αιώνια χάρη σου χρωστώ που κοιμάσαι και ξυπνάς κι έχεις στα μάτια σου Αγάπη. Θα’ θελα να σου πω λόγια που δεν υπάρχουν, λέξεις που δε σου’ χει πει κανένας. Προς το παρόν σου λέω: Σε λίγο.

Κοριτσάκι: Ο καιρός είναι μουντός. Στα τζάμια μου οι άχνες καρτερούν. Όλα μελαγχολικά κι ο δρόμος άδειος. Στην ψυχή μου φώτα. Στην καρδιά μου Πόρτα, πορσελάνινη. Να την περάσω η να τη διαβώ; Μεγάλο ερώτημα φέρνει το αγιάζι της Ανατολής στο πρόσωπό μου. Ελεύθερη και μοιραία περιπλάνησή μου στα μέρη των θεών. Σκιώδη τρίποδα κρύβουν το Νέκταρ και την Αμβροσία που θέλω να σε ταΐσω. Η πορσελάνη απλά σε κάνει πιο όμορφο στη σκέψη μου. Κι εσύ υπάρχεις. Σε νοιώθω. Για χιλιάδες χρόνια τώρα. Ν’ ανασαίνεις στο κορμί μου ως αύρα που κιτρινίζει τα φύλλα της εγκαρτέρησής μου. Τι μαρτύριο η Αγάπη. Κάνει τα σύννεφα να μοιάζουν άτια ατίθασα. Και ξέχασα. Μυριάδες όνειρα ακριβά, τυλιγμένα με μύρα και θειάφι. Σκοτεινά παραπετάσματα σ’ αψηλούς θόλους, γραμμές με σκούρο θαλασσινό χρώμα που μας ενώνουν με τη μήτρα τα’ ουρανού, άστρα που πέφτουν και γίνονται εσύ. Τέρατα φτιάνει το μυαλό μου, ευωδιαστό χάλκινο κοχύλι, που’ ρχεσαι από τα βάθη των ωκεανών. Ρευστό παραλήρημα της δίνης μου. Ουσία της ουσίας μου. Άμεμπτο γλυκό ψηφίο της σύνδεσής μου με το άπειρο. Φλόγα που λιώνεις τη σκουριά και λάμπεις τα μάτια σου καθάρια. Έτσι σε φαντάζομαι, έτσι σε καρτερώ. Χυμό από λεμόνι σου τάζω και φύλλα κάνναβης. Δώσε μου σημάδι ύπαρξης κι αλήθειας. Γνώσης και απόγνωσης. Επίγνωσης κι απογείωσης. Άραγε ακούς τη χρειά της σκέψης μου; Άραγε να νοιώθεις τη δύναμη του φυτρώματος στα ερείπια; Πότε θα σμίξουν οι ουράνιες δυνάμεις; Να λάβει ο αιθέρας χρώμα και δροσιά; Γερμένο πεύκο στην αυλή μου. Ταξιδευτές αρχαίοι κι έμποροι χαρίζουν άμμο ερήμου σφραγισμένη σ’ απύθμενα τσουκάλια. Ευχή και κατάρα να μην ανοιχτούν ποτέ. Ώσπου να φτάσει η ώρα. Ώσπου να φτάσεις εσύ. Ομφάλιο λώρο θα φοράς, σημάδι ευγενικής καταγωγής, μοιράζοντας ονειροφαντασιές κι απόσταγμα ψυχής. Άνθισμα νεκρών κυττάρων που η ευωδιά προδίδει. Θαύμα, θα πουν πολλοί. Ήρθες θα πω εγώ. Και θα’ χω ταξιδέψει σε ρότες και σε έρωτες που στάζουν υγρασία. Χλωμό φως που φέγγει μέσα μου. Τώρα σε καταλαβαίνω. Τώρα που τα σύννεφα των πολυκατοικιών πυκνώνουν. Παραμονές βροχής.

Ψυχή: Πικρό χαμόγελο φορώ. Τα σπλάχνα μου ταράζονται. Λύνονται όπως λες κι εσύ. Χαμηλώνουν και γέρνουν πάνω από αμφίδρομα στασίδια μυστικών ναών. Απλή παρήχηση της αγάπης μου. Μικρή εναλλαγή των χνώτων μου που σε καλούν. Αργά; Σιγά; Θα καρτερώ. Δυνάμεις κοσμογονικές κρυφοπαίζουν στις παλάμες μου. Κουράζομαι και γέρνω πάνω σου να ξαποστάσω από τα μονοπάτια των χρόνων μα η αίσθησή σου γίνεται θύμηση κι η θύμηση λήθη και η λήθη μέθη και η μέθη πόνος και ο πόνος κάψιμο και το κάψιμο ελπίδα και η ελπίδα μίσος και το μίσος δάκρυ και το δάκρυ ζωή. Και η ζωή εσύ. Πόσο ο θάνατος των ψυχών με πλησιάζει και με χαϊδεύει όταν μισοκρύβεσαι, φεύγεις και ταξιδεύεις σ’ ανύπαρκτες γαίες. Χωμάτινα χέρια σε σφίγουν ψυχή μου και η ψυχή μου σφίγγεται. Αιώνια κατάρα να κυνηγάς το ωραίο. Αιώνια ευχή να κυνηγάς το αδύνατο. Αιώνιος κι εγώ για σε. Έχεις τα μάτια του κύκνου πυξίδα της αστροφεγγιάς. Εσύ κι η πρώτη αχτίδα. Εσύ κι ο πρώτος ύμνος των αγγέλων. Εσύ κι ο πρώτος ύπνος τους βαθύς. Στα αιώνια σωθικά τους. Κρατάς στα δόντια σου τη μυροβόλο δύναμη, αργό και τρίπτυχο λάκτισμα ψιλής βροχής. Μαγεμένος κι εγώ από σε κι εσύ ακόμα δεν υπάρχεις. Καταβολή του κόσμου μου. Θυμάμαι κάποτε τη γεύση του χιονιού που έσταζε μέσα μου όταν σε φίλησα δίπλα στο μάτι της αφής σου, διπλά χρίζοντας εσένα Άγιο Χέρι που φυσάει Σιρόκους. Τι δεν έχει μόνο το συναίσθημα αξία στην Αγάπη αλλά και τα όσα απαρνείσαι. Στρώνω το κρεβάτι σου με νύχτα να ξαπλώσεις Και διώχνω τ’ άστρα μην τύχει και ενοχλήσουν το γαλήνιο ύπνο σου, τι πετραδάκια τ’ άστρα εμπρός σου, που τόσο συχνά ανάμεσά τους ταξιδεύω. Όστρακα από τη Μαύρη Θάλασσα και φύκια χλωρά σου φέρνω σπουδή στα μαλλιά σου και σε πάω. Που με πας; Ψιθυρίζεις κουρνιάζοντας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα μη βρίσκοντας αγκάθι να πιαστείς. Περνοδιαβαίνεις στα στενά καντούνια των ασκών της χαράς σου. Σε πάω καιρούς μπροστά,  σου απαντώ.  Κι αυτός για τώρα ο τελευταίος λόγος μου.

Κοριτσάκι: Α! Παντοτινές μουσικές του ηχούν μέσα μου και ζεσταίνομαι.  Και ζεσταίνομαι. Τι περίεργος ο κόσμος ο φτιαγμένος από χαρτί και μέλι. Πόσο η λήθη  δεν πιάνει στα κόκκινα παντελόνια του ουρανού. Πόρτα μισάνοιχτη και μυστηριακή.  Οίστρος παράξενος όσο κι εσύ. Νοιώθω σε. Αγγίζω σε. Εννέα έτη φωτός και τρία βλεφαρίσματα μακρυά απόσταση από σένα. Από τη βοή που σε ονομάζουν. Από τους κήπους που περιποιείται η αύρα σου. Κατακλυσμοί βρέχουν τα μάτια μου.  Ο κόσμος αλλιώτικος φαντάζει όσο προσπερνάω αμέτρητες στιγμές. Αχ! Λίγα τα χρόνια να μου κι εσύ αμέτρητος. Απροσμέτρητος. Κρυστάλλινος. Θαμμένος στα θεμέλια των πυραμίδων που εγώ στοιχειώνω με ευχές λατρείας. Νοιώθω στα χέρια μου όστρακα στα μαλλιά μου φύκια κι  αρμύρα Μαύρης Θάλασσας στο στόμα μου. Μη μου μιλάς αγάπη μου κι εγώ κρυμμένη μέσα σε θόλους ανάερους και ανήλιους κλειώ τ’ αυτιά μου; Συγχώρα με, Αγάπη μου, είμαι μικρή και η φωνή του πεπρωμένου να παιδεύει. Όπως παιχνίδι εγώ στα χέρια της. Στα χέρια σου. Γελαστό παιδί εγώ. Γελαστό παιδί κι αυτή. Παιδιά της ίδιας μάνας. Εγώ, εσύ κι αυτή. Το αστέρι του πρωινού να προδίδει. Πώς τα μάτια μου βαραίνουν. Πώς βυθίζομαι σε άλλους ουρανούς. Πως αφήνουμε να με αγγίξει το τρίτο της μάνας μου χέρι που με είχε χαϊδέψει πριν η ίδια με αντικρίσει. Τρυφερό παιχνίδισμα των βλεφάρων μου χαρίζει να σου προσφέρω. Απλόχερα. Πώς θολώνουν τα πρώτα της αυγής παράθυρα. Πως σκοτάδι έρχεται την ώρα που το φως αγκαλιάζει το τοπίο. Πως αφέντη εγώ σε κράζω στα άσημοσχημα παλάτια του οδεύω. Και μόνο για να σε βρω. Μόνο για να σε δω. Να σε χορτάσω πριν τα μάτια μου ανατείλουν. Μόνο στα πηγάδια των ονείρων μου σε βλέπω, στα τρεμάμενα νερά τους.  Ιέρεια εγώ της Κασταλίας μας και σε προφητεύω. Αιώνιο φως μου, σβήνω για τώρα.

 

 

 

Εικόνα Δεύτερη

 

 

Ψυχή: Εγείρου. Σου μιλάω μέσα από τις παπαρούνες και τις χελιδονοφωλιές που χτίζω στους Παρθενώνες του μυαλού μου. Τα τύμπανα άγρια πάλλονται μέσα μου. Ήχοι απόμακροι και παράξενοι στο σκοτεινό της νύχτας φως. Τι όμορφη που θα δεσπόζεις στο βασιλικό  σου πια ανάκλινδρο. Έτσι σε νοιώθω. Ένα ασημένιο λάζο που σκίζει μου τα σωθικά. Ένα κερί που σιγολιώνει Και ζητάει άλλοτε αργά κι άλλοτε αδηκινούμενο Στούς διάττοντες αστέρες. Λαξευτό κρασί στα χέρια αρχαίων και μυστηριακών γλυπτών που άμμος κινούμενη ανέδυσε. Αέρας. Στιλπνό και μαύρο. Μορφή. Αχαλίνωτη.  Πανώρια. Πως βυθίζομαι μέσα μου. Πως κυκλώνομαι από βαθειές περιγραφές και οι επιγραφές: “Ου γαρ άνθη λησμονιάς πεφυτρωμένα χαϊδεύουσιν ούτην, οτι πυρωμένες αγκάλες καρτερούσιν αυτήν“. Κι αυτό το φάρμακο της εκλειπτικής μου τροχιάς γύρω από σένα. Χέρια πικρά και μάραμενα κρατώ στο απαύγασμα της νοιώθης μου. Πικρό σημείο του μελανού μου θόλου. Μοιραία περιφέρομαι προς εσέ. Στα σκοτεινά δώματα. Μυρίζω εξαίσιες μουσικές δικές σου και βροχές μουντές. Ο κόσμος φυτρώνει γύρω σου. Κι εγώ βαλτώνω εκεί που δε σε φτάνω ακόμα.

Κοριτσάκι: Σε άκουσα. Κύλησε η ζωή σου μέσα μου και πως ν’ αρνηθώ. Πότε θε να’ ρθει η στιγμή που οι σάρκες μας θα δέσουν. Αιώνια πριν. Αιώνα μετά. Ταράζομαι. Μουδιασμένα χρώματα αυγής, φως βγαλμένο από χρυσά πιθάρια. Ακάνθινη πτώση στα έγκατα της ψυχής μου.  Το κερί που καίει μαύρη φλόγα φυσώ και δε σβήνει.  Μια αυλή γεμάτα άνθη ιοστεφή είναι ο ύπνος μου. Χαρακιές στο μαύρο και στο κόκκινο. Τι κι αν περπατώ στους δρόμους τους λιθόστρωτους που εσύ έχτισες πέτρα την πέτρα αφού δε σε φτάνω. Τα σύννεφα βρέχουν ροδοπέταλα να περπατώ στα μαλακά. Ξυπόλυτη έρχομαι σε εσέ. Ακολουθώ τους ανέμους των ματιών σου και του λογισμού σου. Το ξίφος που φέρεις.  Τον οφθαλμό που κρύβεις μέσα στην απαλάμη σου και τις διαδρομές που κάνει η μοίρα γύρω από αυτόν.  Δύο στεναγμοί μαυροφτέρουγοι μου δείχνουν την πορεία μου, οιωνοί της μυστικής μου ακολουθίας. Ένα άρμα στολισμένο κρύβω κάτω από τα βλέφαρά μου, σκαλιστό και τρισθέλητο. Χρυσοκέντητη η φορεσιά μου και πορφυρή, σημάδι πως το άιμα μου είναι δικό σου. Με καλείς κι εγώ έρχομαι.

Ψυχή: Γίνου ψιλή βροχή και μάθε. Μια χρυσή πληγή έχω στο στήθος μου, στο μέρος της καρδιάς μου που κράζει τ’ όνομά σου. Τα χείλη της κόκκινα. Λιβάνι αναδύεται και ταξιδεύει στο σύμπαν και στους χρόνους, σε κοιμίζει και σε ξυπνάει κι έχεις στα μάτια σου Αγάπη. Μυριάδες Ανατολές έχουν περάσει περιμένοντας την Άγια Στιγμή που θα παγώσει ο χρόνος. Η γη θ’ αρχίσει μοσκοβόλημα, η θάλασσα θ’ αλλάξει ήχο και ο αέρας θα γεμίσει λουλούδια ταξιδιάρικα στο άγγιγμα του ανέμου. Ο Κόσμος θα χαμογελάει κι η Καλημέρα της ζωής θα ρέει από κρήνες μαγληνές. Έτσι καρτερώ για χιλιάδες χρόνια τώρα τ’  απαλό σου χάδι. Κι αυτός ο λόγος της άσπρης φορεσιάς μου. Φως θα έλεγαν πολλοί. Για σένα μόνο θα έλεγα εγώ. Και τροχιά στην τροχιά συνεχίζω το αιώνιο ταξίδι μου σα διαδρομή στον κορμό κομμένου δένδρου. Ύμνοι και ψαλμωδίες τρυπώνουν στην ψυχή μου. Τι πρώτα να σου τραγουδήσω; Τι πρώτα να σου πω. Πώς να σε υμνήσω που όλη η ύπαρξή μου αλλάζει κι οδηγός μου εσύ είσαι. Τώρα που οι ήλιοι μας αντίστροφα κινούνται.

Κοριτσάκι: Τι παράξενη γεύση ελιάς και μύρου που έχω στο στόμα. Στα άσπρα μου σεντόνια μου βυθίζομαι. Σε οραματίστηκα στον άυπνό μου ύπνο. Εδώ κι εκεί ξεπηδούν μολόχες κι αγέλες λύκων. Το ξέρω. Είσαι αυτός που τρυπάει κάθε πρωί το ηλιοζεσταμένο μου παράθυρο και με περνάει απέναντι. Μέγας εσύ Στρατηλάτης των πάντων. Μια λεπτή γραμμή χωριζει το μέσα από το έξω. Το Εγώ από το Εσύ. Με λιώνει ο τρόπος των πραγμάτων. Χάνομαι στα δάση των νεφών μου. Σε νοιώθω πιο κοντά απ’ το πριν κοντά. Έρχεσαι.

Ψυχή: Α! Ένα καθρέφτισμα είναι η ζωή στου ουρανού το αντιφέγγισμα. Ένα Ωκεάνιο κύμα που σαρώνει και λειαίνει τις ακτές. Μια ασημοποίκιλτη πεταλούδα φωτός που παιγχνιδίζει πάνω στα χρώματα της Ίριδας. Έτσι και η καυτή σου ανάσα κάιει μου τα σπλάνχα σαρώνοντας το μέσα κόσμο μου που υποφέρει. Είναι η άχνα σου που μου έδωσε ζωή και μεγαλώνω αγγίζοντας με το μεσιανό μου δάχτυλο τα εννέα φεγγάρια της ολοκλήρωσής μου. Σε κάλεσα για να με καλέσεις και να υπάρξω μέσα από εσένα και γύρω από εσένα κι εσύ για μένα. Μια συνείδηση κοινή έχουμε, τρομερή και ανελέητη. Χτίζει με υλικά ονείρων. Τρεμοπαίζει στα φύλλα των δέντρων για χιλιάδες χρόνια τώρα στ’ απαλό φύσημα των φθινοπωρινών ανέμων. Εννέα αρχαία συγγράμματα κι άλλα επτά σου τάζω στο μπλε χρώμα της θάλασσας που μας ταξιδεύει και στο πράσινο. Χρώμα καθώς λένε της ελπίδας. Χρώμα καθώς είναι της φωτιάς. Τι η ελπίδα μου με καίει. Στάχτη στο πρώτο άγγιγμα της αυγής. Στα πρώτα καμώματα του ήλιου. Πουλί που αναγεννάται από το τίποτα και από όλα. Αιώνιος Βαρκάρης εγώ να σε μεταφέρω στις υπόγειες λίμνες των κρυφών συναισθημάτων μας.  Αιώνια εσύ Μορφή να σε φέρω μέσα μου. Ένας κύκλος σφυρήλατος. Υπάρχω μέσα από σένα μέσα από μένα μέσα από σένα. Κρύβομαι στα φτερά σου Κύκνε και καρτερώ.

Κοπέλα: Πώς να γελάσουν οι νύχτες για μας. Είναι ο δρόμος μας μακρύς κι όλο αγκάθια.

Ψυχή: Κι εσύ ξυπόλυτη καρδιά μου περπατάς. Πάνω στα ξήμπλεγα μαλλιά σου με φοράς. Είμαι στεφάνι ακανθένιο που ματώνει.

Κοριτσάκι: Μέσα στα χέρια σου αιώνια με κρατάς και με κρατάς ηδονικά.

Ψυχή: Και σε κρατάω ηδονικά.

Κοριτσάκι: Μάτια μου.

Ψυχή: Κρύφτηκαν στον κόρφο σου τα’ αστέρια τα’ ουρανού κι εγώ ψάχνω παντού την ανάσα σου. Μέστωσε και μύρωσε η Αγάπη μου για σε. Να σε έχω άσε με.

Κοριτσάκι: Με έχεις. Τρυφερή παρθένα στα χέρια σου. Το φεγγάρι κρύβω στα νέφη. Τα μαύρα μου μαλλιά λούνουν οι αγγέλοι. Το κρεββάτι μου καθάριο και ροδοστρωμένο. Τα φύλλα της καρδιάς μου ορθάνοιχτα. Η πόρτα του σπιτιού μου ξεκλείδωτη, τα σκαλιά σημαδεμένα με μια μονάχα πορεία. Προς εμέ. Άστρο φωτεινό έχει δέσει από πάνω μου και σου δείχνει. Εδώ, εδώ αντιλαλεί το φέγγος του. Ακολούθησε τη μυρωδιά του σώματός μου, τη σκέψη των φιλιών και της αγκαλιάς μου. Τον Έρωτα και την Αγάπη. Εμένα κι Εσένα. Και γείρε στην αγκαλιά μου να σε χορτάσω. Έναν αιώνα κι εννιά χτύπους καρδιάς. Δε σ’ έσω, δεν έχω τίποτα.

Ψυχή: Σπάω το μυροφόρο κρατήρα της ψυχής μου και Προφητεύω. Τρία και εννέα κι άλλα εννιά ταξίδια θα περάσουν του κόσμου που πια και τους δυο μας μεταφέρει ώσπου να συναντηθούμε. Ο κήπος μας θα χορταριάσει. Βοές θα αντοβογγούν και ουρλιαχτά λύκων θα σκιάζουν τ’ αλυχτίσματα των ζώων. Άνεμοι θα δέρνουν τον κόσμο και ο σκοτεινός μυχός της ταξιδεύτρας των καραβιών θεάς θα λυσσομανάει. Σκοτάδι θα καλύψει τα πρόσωπά μας. Και στο λυκόφως του χρόνου μας, Αγάπη μου, θα ξεγελαστείς. Άλλον θα χαϊδέψεις ως εμένα και Άλλον θα αγαπήσεις. Σε Άλλον θα πεις το πρώτο εγκόσμιο Σ’ αγαπώ και Άλλος θα αντικρύσει τον πρώτο σου πόνο της Αγάπης. Άλλου ο σπόρος θα κυλήσει μέσα σου και Άλλου καρπό θα δρέψω. Σε συγχωρώ Αγάπη μου, μα Υποφέρω.

Κοπέλα: έλα ψυχή μου στο νυφιάτικο μας στρώμα. Αιώνια σε καρτερώ και πότε. Άνθη εαρινά στολίζουν τα’ άγγιγμά μου. Να σε χαϊδεύω και να λιώνεις φως μου. Να σου πω το πρώτο της καρδιάς μου Σ’ αγαπώ.

Ψυχή: Σε συγχωρώ Αγάπη μου, μα Υποφέρω.

Κοπέλα: Να σε χαϊδέψω όπως λαχταρώ για πρώτη μου φορά.

Ψυχή: Σε συγχωρώ μα Υποφέρω.

Κοπέλα: Ν’ αντικρίσεις τον πρώτο πόνο της χαράς μου.

Ψυχή: Σε συγχωρώ.

Κοπέλα: Να κυλήσει ο σπόρος σου στους δρόμους της ζωής.

Ψυχή: Μόνο σιωπή.

Κοπέλα: Να δρέψεις τον καρπό σου.

Ψυχή: Κλάμα. Ένα δάκρυ. Συνοδεία ενός άλλου. Ένα χτύπημα στην πλάτη. Ο πρώτος δικός μου πόνος της ζωής. Φως και σχήματα παράξενα. Με κόβουν απ’ το δέντρο που με καρποφόρησε. Ένας κόσμος αλλιώτικος από τον αέρα της ύπαρξής μου. Το φύσημα που ήμουν στο αχανές. Θωριά μισοσφαλισμένη των πραγμάτων, το μόνο που κατέχω. Κρύο και Άσπρο. Αγκαλιά χρυσή. Αγάπη μα όχι αυτή που περιμένω. Άλλου σχήματος και άλλης υφής. Κλάμα. Αυτό όχι δικό μου. Ένταση και ταχύσφαιρη ενέργεια στις προσταγές της φύσης. Κυλίζομαι στα παλάτια του Μορφέα. Κι ονειρεύομαι τα όσα έχουμε ζήσει μέχρι τώρα κι όσα έχουμε πει κι όσα είναι ακόμα να’ ρθουν. Τι άγουρος κι αδύναμος που η χρεία με κατακλύζει. Πως όλα φαντάζουν πρωτόγνωρα στα δικά μου αιώνια μάτια που θωρούν τα πάντα. Πως θλιμμένος εγώ ήρθα στο φως Γνωρίζοντας.

Κοπέλα: Αλλαγή στο φως της μέρας και τινάζομαι απ’ τον ύπνο μου. Σε νοιώθω πιο κοντά απ’ το πριν κοντά. Τι ν’ ναι αυτό το αμφίσημο επτά που κουβαλάω στη νοιώθη μου. Αγάπη μου, εσύ μήπως είσαι. Σε επτά; Σε επτά. Σε καρτερώ.   

Αγόρι: Πέρασαν απτά γιορτές μου και το μεγάλο επτά ήρθε. Εσύ έγινες πια γυναίκα. Ήδη άλλον χάιδεψες και Άλλον νόμισε πως αγάπησες. Σε άλλον είπες το πρώτο της ψυχής σου Σ’ αγαπώ και Άλλος είδε τον πρώτο σου της Αγάπης πόνο. Άλλου ο σπόρος κύλησε μετά στους δρόμους της ζωής και Άλλου καρπό θα δρέψω. Σε συγχωρώ, Αγάπη μου, μα Υποφέρω. Σε φιλώ.

 

 

Εικόνα Τρίτη

 

 

Γυναίκα: Τι ωφελεί ένας ψίθυρος σε μια κραυγή, ένα δάκρυ σ’ ένα ποτάμι, μια ανάσα στον ανταριασμένο αέρα του τυφώνα. Αφού η μοίρα χαράζει βαθειά τις αλήθειες της στην πέτρα της ζωής.

Άνδρας: Εχθές είδα ένα όνειρο. Ένα μεγάλο, γέρικο δέντρο, μαύρο σαν τη σκιά του έγερνε πάνω από το καλύβι που με φώλιαζε. Σαν ήρθε η νύχτα και μου το’ κρυψε, μου μίλησε με λόγια μελαγχολικά και στοιχειωμένα. «Έβγα να τη δεις». Μα είναι η νύχτα της πλάνης μας βαριά κι είναι τα χέρια μου αδύναμα να τη σηκώσουν.

Γυναίκα: Οι πιο απλές αλήθειες λένε πως είναι οι δύσκολες αλλά κι οι πιο ωραίες. Τι ωφελεί μια σπίθα στη φωτιά.

Άνδρας: «Έβγα να τη δεις. Υπόσχεση σου δίνω στ’ άφυλλα κλαριά μου». Δε θα είναι εκεί. Το ξέρω. Χιλιάδες χρόνια καρτερώ. Ποτέ δεν είναι. «Ακολούθα τις φωτιές. Και τις μουσικές. Είναι για σένα και για εκείνη».

Γυναίκα: Ειν’ το βιβλίο της ζωής καλά γραμμένο. Κι εγώ θα πεθάνω εκτός εάν.

Άνδρας: Πώς να πάω να τη βρω που το σκοτάδι είναι πηχτό κι εγώ μαχαίρι δεν κρατώ για να το σκίσω. «Έχεις στα μάτια σου λεπίδες ανθισμένες». Να τη γνωρίσω πως. «Χορεύει μέσα στις φωτιές κι όπου πατεί ο τόπος φλέγει».

Γυναίκα: Ένα αμφίσημο επτά. Δεν το χωράει ο νους μου. Ένα γιατί κρυφοκοιτάει από α χείλη μου.

Άνδρας: Είν’ επικίνδυνο να την αρπάξω απ’ τις φωτιές. Κι άμα οι φλόγες τα χέρια μου κάψουν. «Έχεις με το αίμα της πλυθεί και μη σε νοιάζει. Είναι τα χέρια σου σωστά». Κι αν δε γνωρίσει τη θωριά μου. Είναι τα χρόνια μας πολλά. Σκόνη μαζεύεται μπροστά και μας μπερδεύει. Μήπως να’ ρθει δε θέλει.

Γυναίκα: Αχ! Και να’ ξερες. Και να μπορούσα.

Άνδρας: Τρεις γριές μοιρολογήτρες βλέπω όπου κι αν το κεφάλι μου γυρίσω. Καθιστές, μαυροφορεμένες και άσκημες.

Γυναίκα: Τις ακούω.

Άνδρας: «Για δεν κινάς; Εγώ τα χόρτα σου μαζώχνω να περάσεις». Την Αγαπάω πολύ για να τη συγχωρήσω.

Γυναίκα: Τα χέρια στις σκέψεις μου απιθώνω ν’ ακούσω τα λόγια που κυοφορούν.

Άνδρας: «Όποιος Αγαπάει λησμονεί και συγχωρεί. Ή κάνει τάφο  την ψυχή του και την πίκρα του τη θάβει». Αφέντη εκέινη μ’ έκραζε τις νύχτες που ο Ύπνος την ξεχνούσε. Εγώ το δίκιο με το μέρος μου έχω. «Σκίζεται η ψυχή της και φιλιά κυλούν απ’ τις άκρες των δαχτύλων της».

Γυναίκα: Γίνονται ένα με τρία στόματα πρόσωπο. Και μιλούν μέσα από τα σπλάχνα μου.

Άνδρας: Η Αλήθεια ρέει μέσα μου. Αφανίζομαι για σένα. «Αφανίζεσαι για κείνη».

Γυναίκα: Αφανίζεσαι για μένα. Κι εγώ επιστρέφω τις λάμψεις που μου χάρισες. Μικρό μου και πολυταξιδεμένο φύλλο.

Άνδρας: Πάω. Είσαι εκεί. Σκίζω τη νύχτα να σε βρω και την αφή μου θυσιάζω για να σ’ έχω. Παίρνεις το σχήμα και την όψη της δικής μου Κάαβα και σε προσκυνώ. «Μυήθηκες. Εγκόλπωσες τη μοίρα σου. Χρόνια τώρα δίνει σημάδια μέσα από εκείνην. Όποτε η χρεία σε επισκέπτεται άγγιζε τον κορμό μου». Και από τον ύπνο μου ανάλαφρα αιθεροχτυπήθηκα να πέσουν στο χειμώνα τα φύλλα των ονείρων μου.

Γυναίκα: «Είναι η ζωή ένα παιγχνίδι, κόρη μου. Όχι παιγχνίδισμα που λεν. Εμείς τους όρους θέτουμε απ’ αρχής». Μου είπε. Τι εννοείς; «Είν’ η ζωή ένα παιγχνίδι. Ένα φύλλο στο ρυάκι ταξιδεύει. Ένα δέντρο που θαρρείς πως σου μιλάει».

Άνδρας: Τέτοια το όνειρο έλεγε. Κι εγώ ταξίδεψα με το νου σε ρότες και σε έρωτες που στάζουν υγρασία.

Γυναίκα: Είν’ η μορφή σου άσχημη για όλους ή για μένα μοναχά. Σάμπως μου φαίνεσαι γριά και όλη ζάρες. «Εσύ πως θέλεις να με ζυμώνεις, κόρη μου. Εσύ πως θέλεις».

Άνδρας: Εσύ με έμαθες θεός πως είμαι στις εκκλησιές των ματιών σου. Τη μαγεία του αγνώστου σου χαρίζω, την από αρχαία χρόνια γνωστή σε εσένα, μίσχους και πράσινους χυμούς να τρως και να πίνεις, ω’ ανθείς και να μαραίνεσαι για μένα.

Γυναίκα: Πώς να φέρει η ζωή. Ποια διαδρομή τρελλή θα τη χορτάσει. «Αφού καλά το ξέρεις. Η Αλήθεια βουβή μέσα και κάτω από τα σπλάχνα καρτερά να την αποκαλύψεις. Ναρκωμένη και ανυποψίαστη, κόρη μου. Λουλουδίζει και γλυκαίνεται κι ανοίγει όταν με άλλη θωριά τη δεις». Ο φόβος, ο φόβος με εμποδίζει. «Ο φόβος για σένα ή για το βλαστάρι που μπολιάστηκες»;        

Άνδρας: Σε απαιτώ. Όπως η Άνοιξη τα ταξιδιάρικα πουλιά. Ως η Πανσέληνος η εμβαίνουσα παντού το σκότος της νυχτός. Ως η πορεία τον Προορισμός της. Ως ο αιώνια τυφλός το Φως.

Γυναίκα: Για το βλαστάρι. Και την παντοτινή σκιά μου. Αυτή με οδηγεί, με ελέγχει και ζωγραφίζει με μελανά χρώματα τους θόλους μου. Τους αειβλέποντες και μικρογαλάζιους. ‘Αφού ξέρεις, κόρη μου. Σκάψε τα σπλάχνα σου και μίλα».

Άνδρας: Στα λημέρια του θανάτου βαδίζω, στις σκιές των λειβαδιών του. Αίμα στάζω κι αγριόχορτα, υπογραφή της ωσί παρούσας Αγάπης μου. Όταν πικραίνεσαι, Αγάπη μου, μίλησέ μου.

Γυναίκα: «Δες τους ωκεανούς να εκρήγνυνται, πως σκοτεινιάζει το μπλε το καραβίσιο χρώμα τους. Αφού μου μοιάζεις, κόρη μου. Τέσσερα τα στόματά μας πια και ένα». Πως έτσι μυ μιλάς και πόσο με τρομάζεις. «Τη μοίρα σου τη δέχτηκες κι επέλεξες. Τον πόνο σου έκανες τρόπο να υπάρχεις». Δεν είναι αλήθεια. Απ’ την Αγάπη μου και μόνο απ’ αυτήν πότισα το δέντρο της ζωής του. Το βλαστάρι που μπολιάστηκα το φέρω μέσα μου κι απάνω μου. Πως αλλιώς. Δυο αγάπες στη ζωή μου έχω.

Άνδρας: Όταν σκοτεινιάζεις και βαραίνεις, όταν πνίγεσαι και απελπίζεσαι, όταν δε μπορείς, μίλησέ μου. Στα πόδια που σε στηρίζουν να περπατάς και να’ ρχεσαι σε μένα ξαπλώνω. Σ’ ακούω, Καρδιά μου, να χτυπάς στην κάθε παραπονεμένη ανάσα σου.

Γυναίκα: Όλη μου την αναπνέουσα ζωή μαζί σου την πορεύτηκα. Δε σε θέλω πια και φύγε. «Ένας πόλεμος είναι η ύπαρξη, κόρη μου. Μια πάλη ανάμεσα σε εμένα και εσένα. Μια απόσταση από το παιδί στο γονιό του. Κι εγώ κόρη μου σε κράζω. Εγώ σε έχω γεννήσει». Ψέματα. Εκείνος με ποίησε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του. Κομμάτι από εκείνον έιμαι. «Δε με θέλεις Μάνα σου για τώρα, κόρη μου. Και φεύγω. Κάποτε θα με ζητήσεις».

Άνδρας: Τον κορμό σου ακουμπάω. Κι αγκαλιάζω. Στα κλαριά σου κουρνιάζω και σου μιλάω. Σε ζητώ. Δέντρο, γιατί δε μου απαντάει; Την είδα μέσα στις φωτιές. Να βρίσκεται, να κλαίει. «Πρέπει τα μάτια σου το αέρινό της σώμα να χαϊδέψουν και η αφή όραση των ματιών να γενεί. Να ακούς τη μυρωδιά της να πλησιάζει. Να γίνεις χώμα και νερό στ’ άδυτα υπόγεια των συννεφιασμένων ουρανών.

Γυναίκα: Ταξιδεύω πληγή την πληγή, οδοιπόρος της δικής μου αναζήτησης τρέχοντας προς το δικό μου Τόπο και αντίθετα απ’ αυτόν. Ένα ταξίδι είν’ η Αγάπη. Και μια πληγή ανθισμένη που μυρώνει στον αέρα.

Άνδρας: Δώσε μου τη σοφία επί γης που’ χει στα μέσα κατασταλάξει. «Άκουσε. Μου το είπανε οι ρίζες που τ’ ακούσαν απ’ τη γη που το’ μαθε απ’ τα φιλιά του αέρα που το έκαναν γνωστό τα χρόνια που περάσανε. Κόροιβο σε ονομάζω πια και σου μιλάω».

Γυναίκα: Κάθομαι στις πέτρες αρχαίων λαγκαδιών και σφάζομαι. Το μονοπάτι που με πάει κοκκινίζει. Ο αέρας φωτιά κερνάει απ’ τα χρυσά λαγήνια που πήλινα πια μου μοιάζουν. Όλο πιο κοντά. Όλο πιο κοντά σε εσένα.

Άνδρας: «Σε καταράστηκε ο Απόλλωνας, ο άλλος γιος της Μάνας των ανθρώπων και των ψυχών, αιώνια να κουβαλάς το ασήκωτο της Γνώσης τρίποδο. Κι όπου σου πέσει εκεί θα χτίσεις της Αγάπης το Ναό. Να προσκυνάω εγώ και όλη η πλάση. Αιώνες τώρα έχεις φορτωθεί και σε λίγο». Αλήθεια λες και σε πιστεύω. Αλήθεια λες κι έτσι είναι. Μου στέκεσαι. Κι εγώ σ’ ευχαριστώ. «Αδέρφι μου είσαι, ψυχή μου κι εαυτός μου. Πως αλλιώς»;

Γυναίκα: Σκιάζομαι τα κλαριά που ρυάζονται τη νύχτα. Ο τρόμος τρέχει και φοβάται και χτυπάει. Δικός του τρόπος να καλύπτει το κενό του ρουφάει. Εγώ πιο δυνατή θα είμαι και δείχνω. Ξεκινάω.

Άνδρας: Ένας κύκλος φορτωμένος σ’ ωραία μέσα ερείπια χτισμένος. Ένας σταυρός στη μέση αψηλός και όρθιος ως και τη γερτή, ξαπλωμένη του σκιά. Ένας τάφος στην κορφή ενός βουνού, όπου πετάνε από πάνω φύλακες πουλιά. Μαζί θα πεθάνουμε εκτός εάν. Και το εάν το ξέρω.

Γυναίκα: Θα ανοίξω τις πόρτες του μυαλού μου να σου μιλήσω. Σε λίγο. Άλλο δρόμο δεν έχω, ούτε γνωρίζω.

Άνδρας: Δεν έχω λέξεις να σου πω. Βουτούν μέσα μου και χάνονται. Οι πράξεις μου με μαρτυρούν. Ορκίστηκα στο σύμπαν που με έστειλε πως δική μου θα γενείς. Το έταξα, το έκανα. Αλλιώς θ’ αναποδογυριστεί και θα χαλάσει.

Γυναίκα: Ένα χωράφι ουρανός και κίτρινα χώματα τα σύννεφα να σπέρνω με τα δάκρυά μου. Ένα καράβι σκίζει την άλλη ουρανοπότιστη του ζωγραφιά και μια νόβα. Που είναι Αφέντη η δική σου Ανατολή να προσκυνήσω; Που τα δικά σου Άγια Χώματα να οργώσω με τις άκρες των δαχτύλων μου. Που αιώνια αναζητούν το σώμα σου το χρονοταξιδεμένο και τα μαλλιά τα μεταξένια σου να χαϊδέψουν. Ένα παράπονο βαθύ ο ορισμός μου.

Άνδρας: «Αδέρφι, η ώρα ήρθε. Τα’ άστρα το λεν και τα πουλιά. Ο ουρανός και τα κοτσύφια. Κι όλα τα λεν μ’ ανθρώπινη λαλιά: Αδέρφι, η ώρα ήρθε. Το’ πα κι εγώ που εσύ το είπες». Ένας κύκλος η ζωή που πολεμάει και που μάχεται. Μια απόσταση από το Εδώ ως το Εκεί. Το Εδώ είμαι εγώ. Το Εκεί είσαι εσύ. Γονιός σου εγώ και σύζυγος κι αδέρφι. Και σε τιμώ.

 Γυναίκα: Μ’ αγγίζεις και με σημαδεύεις. Μ’ ακουμπάς και σε νοιώθω. Πως το τέλος γίνεται Αρχή και Αρχίζει. Ένας κύκλος κι ένα βήμα μπροστά. Το σχήμα του σύμπαντος.

Άνδρας: «Αδέρφι, η ώρα ήρθε. Ένας καθρέφτης χωριστός και τα γυαλιά σπασμένα. Η αντανάκλαση των γυαλιών, η αντανάκλαση της ψυχής σου. Πρισματικά υπάρχεις. Άκου το θρόισμα ων φύλλων που το λεν». Ακούω. Τα πόδια μου γκρεμίζονται. Φοβάμαι αυτό που ήρθε κι εγώ περίμενα πάντα.

Γυναίκα: Κυλάω. Στα χέρια σου, στα μάτια σου και μέσα σου, στη σπείρα του Τώρα που μας ανήκει. Είμαι το σπέρμα που φυτρώνει.

Άνδρας: Αγάπη Μονοκοτυλήδονη, με το στόμα που ευωδιάζει χλωροφύλλη έξω από τα σκαλιά που ανεβαίνω να σε φτάσω κι έξω απ’ την πόρτα σου που οδηγούν, μια νύχτα της ζωής, βροχερή και μεθυσμένη, να δεις θα ξεψυχήσω. Θα δεις.

Γυναίκα: Ο δρόμος μας τελειώνει. Φως σε βλέπω, ως ν’ άνοιξα τα παραθύρια των ματιών μου.

Άνδρας: «Η ώρα ήρθε κι εγώ σ’ αφήνω. Είμαστε μια με δυο πτυχές σκέψη. Μέσα σου με φέρεις. Όταν η χρεία σε κατακλύζει άγγιζε το σώμα σου».

Γυναίκα: Αγάπη μου. Ίσως η γριά τσιγγάνα να είχε δίκιο. Ίσως να μην υπάρχω χαρακιά στην απαλάμη σου. Στη δική μου όμως υπάρχεις. Εγώ σ’ έχω χαράξει, μ’ ένα μικρό, γλυκό μαχαίρι που μυ χάρισες.

Άνδρας: Σου’ ταξα πως θα’ ρθω τη μέρα που ο Άγιος έσφαξε το φίδι. Είμαι ο Αιθεροβάμων που γιορτάζει Ανήμερα. Ανήμερα τα μέσα μου για σένα. Και ήρθα η ώρα ήρθε.

Γυναίκα: Ναι, η ώρα ήρθε. Και εσύ. Στην αγκαλιά μου κούρνιασε και φώλιασε και κρύψου και κοιμήσου. Εγώ Μητέρα, αδερφή σου είμαι και Γυναίκα σου.

Άνδρας: Μάτια ορθάνοιχτα και σκούρα κι ανοιχτά. Μέλι και γύρη και φύλλωμα και το πατούμενο της Μάνας Γης το χώμα ανοίγει. Και βλέπει. Και πάλλεται. Είσαι για πάντα δικιά μου.

Γυναίκα: Για πάντα δικιά σου. Το αιώνιο φως που καίει μου το ορκίζεται. Γριά που στάζει Μοίρα η γλώσσα σου στον άμοιρο αιθέρα που πατώ, τι λες και τι μου τάζεις. «Κόρη μου, με θυμήθηκες στη στροφή της θέλησής σου. Μια σύνθεση από ανθισμένα ναι και όχι. Τώρα για Μάνα σου με θες. Που θα σου στάξω τα ωραία και τα μεγάλα και τα της ψυχής τα έντεχνα».

Άνδρας: Σ’ αγαπώ και Γυναίκα μου σ’ έχω χρίσει. Την ομορφιά σου κατέχω και Αφέντης είμαι να σκίζεται για μένα η ψυχή σου.

Γυναίκα: «Μέσα απ’ τις υπόγειες διαδρομές κάτω απ’ τα δάση, πίσω απ’ τις φυλλωσιές τις χρωματισμένες απ’ τη δροσερή σου ανάσα, σου λέω αυτό που κρύβεται ανάμεσα στ’ αποτύπωμα του στρογγυλού κύκνου της νυκτός και του νερού του ποταμού. Ήδη το ξέρεις. Το άφησε η σημίδα στον αέρα το βαρύ». Νοιώθω και αγαλλιάζω. Οι αρτεσιανές μου μνήμες και χαρές μου δίνουν και χρυσά φλουριά για δώρο. Σπάνε οι πλάκες των μυστικών μου μνημάτων. Πεθαίνω για σένα.

Άνδρας: Ένα χρώμα κονιάκ μας ενώνει. ‘Ένα κάψιμο γλυκό ανάμεσά μας και η αέρινη ισορροπία μιας λέξης. Σ’ αγαπώ.

Γυναίκα: «Πάντα σφραγίδα θα φέρεις πως δικιά του είσαι, φτιαγμένη από άστρα συμπαντικά και φεγγαρόσκονη. Αλλιώς θ’ αναποδογυριστεί το σύμπαν και θα χαλάσει». Ισορροπώ. Σ’ αγαπώ και Είμαι. Ένα ρήγμα, ένα φως που βγαίνει από τα έγκατα, ένα λουλούδι φυτρωμένο κι ένα ραβδί που μονολογεί.

Άνδρας: Έλα Αγάπη μου στο νυφιάτικό μας στρώμα. Αιώνια σε καρτερώ και πότε. Δική μου να γενείς. Με πίκρα και με πόνο και μ’ Αγάπη.

Γυναίκα: Έρχομαι Αγάπη μου στο νυφιάτικό μας στρώμα. Δως μου τη ζεστασιά των χεριών και της καρδιάς σου. Του κορμιού σου τη θέρμη και τα Μύρα. Δώρο της ζωής που μας οφείλει.

Άνδρας: Αυτή την ευωδιά από γαζία, αυτή τη νηνεμία σου χαρίζω και σε πάω. Σε εκκλησίες υπόγειες και αιώνιες και εσώψυχες. Χρώματα βασιλικά και απέραντα, σε μια αγκαλιά. Φιλί και χάδι και σημάδι.

Γυναίκα: Πόνος και δάκρυ και κάψιμο. Βαριά ανάσα και λύτρωση. Ανταμοιβή οφειλής που αξίζω και αξίζεις. Ολοκλήρωση της αειυπάρχουσας των ανθρώπων αγωνίας. Μια στάλα ιδρώτα να κυλάει. Ό, τι το μάτι της ψυχής καρτεράει να δει.

Άνδρας: Κάθε Αρχή έχει τέσσερα σημεία κι εγώ μαζί σου θα τα βρω στις μακρινές γραμμές των οριζόντων που σιμώνουν. Δικιά μου σε κάνω καθώς γινόμαστε σύμπαν κι ένα κλωνί βασιλικός. Κράτα με στην αγκαλιά σου και πες μου το πρώτο της καρδιάς σου Σ’ αγαπώ, χωρίς πλέον να κοιτάς πίσω απ’ τις σκιές που σ’ αγκαλιάζουν.

Γυναίκα: Σ’ αγαπώ Αφέντη. Το φωνάζω στα φαράγγια τα κόκκινα και τα βραχώδη. Το λουλούδι το ένα που κρέμεται απ’ τα χείλη του γκρεμού φυσά η φωνή μου και το χορεύει. Πεθαίνω για σένα.

Άνδρας: Κι εγώ πεθαίνω για σένα. Σβήνω κι αφανίζομαι. Η καρδιά μου τρέχει σε άγνωστα λιβάδια και ξαπλώνει. Δροσοσταλίδες πίνει και μεθάει. Ξαποσταίνει και σου ξανάρχεται. Να την τρως και να την πίνεις. Αυτός ο αιώνια δικός μου Πόθος.

Γυναίκα: Η ψυχή μου πετάει με ένθεη μανία προς Εσένα. Ταγμένη εγώ στα χέρια σου και τα μάτια σου και το αίμα σου. Είμαστε πια το ένα και αδιάσπαστο. Κράμα η Αγάπη μας. Κράμα κι εμείς.

Άνδρας: Είμαστε το ένα και Αδιάσπαστο. Χώμα και νερό. Άνδρας και Γυναίκα. Εγώ κι Εσύ. Τα ερείπια πια φυτρώσανε.

Γυναίκα: Οι κολώνες έγιναν κλωνιά. Η Άνοιξη  καρφώθηκε στη γη και ρίζωσε. Φυτέψαμε την Άνοιξη. Και τι θα  δρέψουμε το ξέρουμε.

Άνδρας: Την ομορφιά σου υμνώ και τιμές σου επιδαψιλεύω. Είσαι η ακούραστη της Φύσης η ορμή που με χαϊδεύει. Σε ποθώ, σε θέλω και σε έχω. Σε τιμώ.

Γυναίκα: «Κόρη μου, τα καλά στα είπα και στα έδωσα. Τα άσκημα ακόμα σου χρωστάω». Τι θες να πεις. Δε νοιώθω. Κ ι η καρδιά μου σφίγγεται. «Θα σου πω. Κι ίσως για Μάνα σου ξανά να μη με θέλεις».

Άνδρας: Οι σκέψεις μου για σένα ευήλατες και χιονοδουλεμένες. Της αγάπης το φως σ’ ένα κερί που δε λιώνει. Ένας ουρανός καθαρός κι ασυννέφιαστος. Ένας ήλιος βασιλεύει και τραγουδάει.

Γυναίκα: «Τα χρόνια γρήγορα θα φύγουν και ο ήλιος που απ’ τα μανίκια τον έχει βγάλει. Μαύρα πινέλα, μαύρες μπογιές θα κυλήσουν πάνω απ’ τους ουρανούς τους ασυννέφιαστους. Αίμα και χολή και ο πόνος αλλιώτικος θα γυρίσει. Γάμος αταίριαστος δύσκολα θα γενεί. Μόνο αν ο τροχός αντίστροφα στραφεί, με το δικό του πόνο και ιδρώτα και κλάμα και ουρλιαχτό. Παιδιά του δε θα κάνει και μια ζωή όπως θες να του τη δώσεις». Βουρκώνω και βουλιάζω. Γιατί ρωτώ κι απάντηση καμιά. Για Μάνα μου πώς να σε θέλω. Μια χαρά μου στάζεις και πίσω μου την παίρνεις. «Η ζωή κόρη μου, είναι πολύ απλή για να την καταλάβεις. Εγώ γριά είμαι, τη φκιάνω κι ακόμα δεν τη ξέρω, αν και μέσα από τα χέρια μου περνάει».

Άνδρας: Ορόσημο εγώ και Αγαπώ εσένα και το παιδί που κρύβεται κάτω απ’ τις ποδιές σου. Μετέωρα ταξιδεύω στα ποτάμια και στις δίνες. Ξέρω το μέλλον κι ό, τι κι αν σου πουν μαζί θε να το ράψουμε και σφυρήλατο θα το χτυπήσουμε στ’ αμόνι της ενέργειας που μας τυλίγει και μας δείχνει το δρόμο της συνέχειας.

Γυναίκα: Από το χέρι σε πιάνω, σε καθίζω και με δύναμη σου εξηγώ. Γι’ αυτό άκου γριά Τσιγγάνα, Μάνα των ανθρώπων και των θεών. Πάρε το μελλοντικό μου παρελθόν και χάρισμά σου. Άσε μου μόνο το παρόν να το γευτώ. Λίγο τη γλώσσα μου να βάλω να το γλύψω. Ένα ακούμπημα αχόρταγο και γνωστικό. «Κόρη μου, αυτό ούτε κι εγώ δεν ημπορώ να στο αφαιρέσω. Κι έτσι θα γίνει. Αφήνω την Άμπελο και τον Κισσό να σμίξουν στο σκαρφάλωμα που τους οδηγεί η ψυχή τους. Όταν με χρειαστείς Μάνα σου να με κράξεις.

Άνδρας: Μαζί θα πορευτούμε σ’ ό, τι κι αν έρθει, σ’ ό, τι κι αν φύγει. Με τα χέρια σφιγμένα κι αγκαλιά. Με μάτια ορθάνοιχτα και μονιασμένα. Μ ‘ένα ανθισμένο Σ’ αγαπώ δαγκωμένο στα χείλη κι ένα σε θέλω. Μια μυρωδιά από κεράσι κι έναν αγιασμό.

Γυναίκα: Μαζί, Αγάπη μου.

Άνδρας: Μαζί, όπως πρώτα, Στους αιώνες των αιώνων.

Γυναίκα: Στους Αιώνες των Αιώνων.

Άνδρας και Γυναίκα: Έξω από τις πύλες του Παράδεισου βαδίζω και συλλέγω άνθη στο πανέρι το όμορφο της Αγάπης, που μας πονάει, μας γιορτάζει και μας πάει. Άσπρο το Χώμα το Άγιο που πατούμε κι οι πατημασίες μας αυτήν Υμνούνε, με ψαλμούς χρυσούς και θείους στη γλώσσα της καρδιάς. Άσπρο το Χώμα της Αγάπης που θα μας σκεπάσει και Λευκό. Γυμνοί στον κόσμο ήρθαμε κι Αυτή μας ντύνει με χιτώνες πορφυρούς. Αυτή το πρώτο Χάδι μετά τον πρώτο Πόνο κι αυτή το πρώτο της Μάνας μας βύζαγμα. Το κενό που δεν υπάρχει κι όμως το νοιώθουμε. Ένα φύσημα είναι η Αγάπη στα πανιά τα τρικάταρτα της ζωής να σε ταξιδεύει σε γαίες πρωτάκουστες κι ονειρεμένες, σε παραμύθια μαγικά ανατολίτικα και σε αρχαίους ναούς μυστικούς. Ένα κύμα που σε παρασύρει στα αφρισμένα λόγια των ψυχών  καθώς αγκαλιασμένα στέκουν στο μισοσκόταδο της νοιώθης τους. Την ώρα που γίνονται Σύμπαν κι ένα κλωνί βασιλικός. Με γεύση γιασεμί και πικραμύγδαλο όταν τη γλώσσα μας αχόρταγα ακουμπάμε στο χαρισμένο μας Παρόν. Η ευωδιά του μύρου και του αγιασμού. Το αίμα μας στο Χρυσό Ποτήρι που προσφέρεται θυσία στους ευλογημένους ουρανούς. Ό, τι αξίζει στην ύπαρξη είναι Αγάπη. Θεέ της Αγάπης, πανίσχυρε, εσύ που εξουσιάζεις ακόμα και τη  Μάνα των ανθρώπων και των Θεών, δώσε στοκ κόσμο την Αγάπη που τόσο έχει ανάγκη κι ευλόγησε τη δική μας να υπάρχει στους Αιώνες των Αιώνων. Αμήν και Είθε.

 

Τέλος

Θα έχεις ακούσει πως ο καλλιτέχνης χρειάζεται μόνο πνευματική τροφή. Αύτο δυστυχώς, ΔΕΝ αληθεύει… Χρειάζεται και πραγματική τροφή.

Εάν εκτιμάς τα έργα μου και τις προσπαθειές μου στην Τέχνη, μπορείς να με ανταμείψεις με μια ελάχιστη δωρεά, του ενός ευρώ, μέσω PayPal, Εδώ.

Ευχαριστώ που ενδιαφέρεσαι!