ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡ

 

ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡ

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Μετάφραση : Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος

 

 

I

 

 

   Η γη κοιμόταν έναν ύπνο ληθαργικό. Θόρυβος κανένας στην επιφάνειά της. Δεν ακούγονταν παρά τα νερά του ωκεανού που έσπαζαν αφρίζοντας στους βράχους. Η κουκουβάγια άφησε την κραυγή της να ακουστεί μέσα στα κυπαρίσσια, η υγρή σαύρα σύρθηκε στους τάφους κι ο γύπας χύμησε στους αγρούς της μάχης πάνω στα σάπια κόκκαλα..
   Μια βαριά και άφθονη βροχή σκοτείναζε τον αμφίβολο φωτισμό του φεγγαριού, στον οποίο κυλούσαν, κυλούσαν, κυλούσαν συνεχώς τα γκρι σύννεφα που άπλωναν στον ουρανό.
   Ο άνεμος της θύελλας τάραζε τα κύματα και έκανε να τρέμουν τα φύλλα του δάσους, σφύριζε μέσα τους αέρηδες άλλοτε ισχυρούς άλλοτε αδύναμους, όπως μια οξεία κραυγή επιβάλλεται στους ψιθύρους.
   Και μια φωνή βγήκε από τη γη και είπε:
– Τελειωμένος ο κόσμος! Είναι σήμερα η τελευταία του ώρα!
– Όχι, όχι, όλες η ώρες να σημάνουν πρέπει πρώτα.
– Να τις επισπεύσεις, είπε η πρώτη φωνή. Εξολόθρευσε τον άνθρωπο μέσα στο έβδομο χάος και μη δημιουργείς άλλους κόσμους.
– Υπάρχει ακόμη ένας, ανώτερος αυτού.
– Θέλεις να πεις πιό άθλιος, απάντησε η φωνή της γης.
– Α!.. σταμάτα πια για το καλό των πλασμάτων σου. Αφού έχεις αποτύχει μέχρι τώρα σε όλα σου τα έργα, τουλάχιστον μην προσπαθείς τίποτα πια.
– Ναι, ναι, απάντησε η φωνή του ουρανού, οι άλλοι άνθρωποι παραπονέθηκαν για τις αδυναμίες και τα πάθη τους. Όμως αυτός εδώ θα είναι ισχυρός και χωρίς πάθη. Όσο για την ψυχή του…
   Τότε η φωνή της γης ξέσπασε σε ένα γέλιο εκτυφλωτικό, το οποίο γέμισε την άβυσσο με τη βαθειά περιφρόνεια του.

II

 

 

   Ο δούκας Αρθούρος του Αλμαρόες ήταν αλχημιστής, ή τουλάχιστον έμοιαζε με αλχημιστή, εν τούτοις οι υπηρέτες του είχαν παρατηρήσει ότι εργάζόταν σπάνια, ότι τα καμίνια του ήταν πάντα γεμάτα στάχτη και ποτέ θράκα, ότι τα μισάνοιχτα βιβλία του δεν άλλαξαν καν σελίδα. Παρ’ όλ’ αυτά έμενε ολόκληρες μέρες και νύχτες, μήνες χωρίς να βγαίνει από το εργαστήριό του, βυθισμένος σε βαθειά περισυλλογή, όπως ένας άνθρωπος που εργάζεται πνευματικά, σαν κάποιος που μελετά. Θεωρούταν ότι έψαχνε για το χρυσό, το ελιξήριο της μακροζωίας, τη φιλοσοφική λίθο. Ήταν άνθρωπος ψυχρός στην όψη, και διφορούμενος στην εμφάνιση: ποτέ στα χείλη του ούτε ένα χαμόγελο ευτυχίας ούτε μια λέξη αγχωμένη, ποτέ κραυγή από το στόμα του, ούτε σημείο εμπύρετων και φλογερών νυχτών όπως έχουν οι άνθρωποι που ονειρεύονται κάτι μεγάλο. Θα ’λεγε κανείς, βλέποντας τον έτσι σοβαρό και κρύο, ένα μηχάνημα πως είναι, που σκέφτεται όπως ο άνθρωπος.
   Ο λαός (επειδή πρέπει να αναφέρεται πάντοτε, αυτός που έχει γίνει τώρα ο πιο ισχυρός των εξουσιών και ο πιο ιερός των πραγμάτων, δύο λέξεις που φαίνονται ασυμβίβαστες εάν δεν αναφέρονται στο Θεό: η ιερότητα και η ισχύς), ο λαός επομένως είχε πειστεί ότι ήταν μάγος, ένας δαίμονας, ένας ενσαρκωμένος Σατανάς. Ήταν αυτός που γελούσε, βράδυ, γύρω απ’ το νεκροταφείο, που περιπλανιόταν αργά στον απότομο βράχο βγάζοντας κραυγές σαν της κουκουβάγιας, ήταν αυτός που έβλεπαν να χορεύει μέσα στους αγρούς με τις πυγολαμπίδες, αυτόν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τις  νύχτες, τη σκοτεινή και πένθιμη σιλουέτα του να στοιχειώνει τον παλαιό φεουδαρχικό πύργο, σαν κάποιος παλαιός μύθος του αίματος στα ερείπια ενός τάφου.
   Συχνά το βράδυ, οι αγρότες καθισμένοι μπροστά στις πόρτες τους την ώρα που ξεκουράζονταν από τη μέρα τους τραγουδώντας κάποιο παλαιό τραγούδι της χώρας, κάποιον αρχαίο σκοπό που οι γέροντες είχαν μάθει από τους παππούδες τους και τον είχαν διαβιβάσει στα παιδιά τους, σκοπό που είχαν μάθει στη νιότη τους και νέοι είχαν τραγουδήσει στις κορφές των βουνών που πήγαιναν να βοσκήσουν τις κατσίκες τους, τότε, σε αυτήν την ώρα των αναπαύσεων που το φεγγάρι αρχίζει  να εμφανίζεται, πού η νυχτερίδα πετά γύρω από το καμπαναριό με το άνισο πέταγμά της σαν τον κόρακα που χυμά στο ακρογιάλι, κάτω απ΄τις χλωμές ακτίνες ενός ήλιου που πεθαίνει, αυτή τη στιγμή, λένε, τον έβλεπαν να εμφανίζεται όχι σπάνια, το δούκα Αρθούρο.
   Και τότε σαν άκουγαν το θόρυβο των βημάτων του κρύβονταν, τα παιδιά έτρεχαν στις μητέρες τους και οι άνθρωποι τον κοίταζαν έντρομοι. Τρόμαζαν απο το βλέμμα του το μολυβδένιο, από το κρύο του χαμόγελο, απ’ τη χλωμή του όψη, κι αν κανείς άγγιζε τα χέρια του, τα έβρισκε παγωμένα σαν το δέρμα ενός ερπετού.
Περνούσε βιαστικά ανάμεσα  από τους σιωπηλούς αγρότες, χανόταν γρήγορα από του ματιού την όψη, σβέλτος σαν το ζαρκάδι, αναιπαίσθητος όπως το φανταστικό όνειρο, σα μια σκιά, και βαθμιαία ο θόρυβος των βημάτων του στη σκόνη έσβηνε και κανένα ίχνος απ΄το περασμά του δεν έμενε πίσω παρά ο φόβος και ο τρόμος, σαν τη νηνεμία μετά από την καταιγίδα.
   Εάν ο κάποιος ήταν αρκετά θαρραλέος να τον ακολουθήσει μέσα στον φτερωτό αγώνα του, για να δει πού οδηγούσε αυτή η πορεία, θα τον έβλεπε να επιστρέφει μέσα στον παλαιό πύργο, στα ερείπια, γύρω του οποίου κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει βράδυ, επειδή άκούγονταν παράξενοι θόρυβοι, που χάνονταν μέσα στις πολεμίστρες και τη νύχτα, εκεί περιφερόταν τακτικά ένα μεγάλο μαύρο φάντασμα, το οποίο έτεινε τα μεγάλα του μπράτσα προς τον ουρανό και με τα αποσκελετωμένα  του χέρια έκανε να τρέμουν οι πέτρες του κάστρου, με θορύβους αλυσίδων και με ετοιμοθανάτου ρόγχο.
   Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος φαινόταν φερμένος απ’ την κόλαση και φοβερός, ενα παιδί του κάτω κόσμου, η σκέψη ενός δαίμονα,
το έργο ενός καταραμένου αλχημιστή, αυτός που τα ραγισμένα χείλη του φαίνονταν να μη ζωντανεύουν παρά στο άγγιγμα του φρέσκου αίματος, τα λευκά δόντια του ανέδιδαν μια μυρωδιά ανθρώπινης σάρκας, κι όμως, αυτό το κολασμένο πλάσμα, αυτός ο θανατερός βρυκόλακας δεν  ήταν παρά ένα αγνό και άθικτο, κρύο και τέλειο, άπειρο και  συνηθισμένο πνεύμα, όπως ένα μαρμάρινο άγαλμα που θα  μπορούσε να σκέφτεται, να ενεργεί, να επιθυμεί, να έχει δύναμη, ψυχή τέλος πάντων, αλλά το αίμα του οποίου δεν θα χτυπούσε καθόλου εγκάρδια μέσα στις φλέβες του, θα κατανοούσε χωρίς να αισθάνεται,  θα είχε χέρια άσκεπτα, μάτια χωρίς πάθος, καρδιά χωρις αγάπη.
   Μακρινή επίσης ήταν όλη η ανάγκη της ζωής, όλη υλική πραγματικότητα! Όλα ήταν για τη σκέψη, για την έκσταση, αλλά μια έκσταση ασαφή και αόριστη,
η οποία λούζεται στα σύννεφα, η οποία αντικατοπτρίζεται στο φεγγάρι και που κρατά από το ένστικτο και την πρώτη φύση , όπως τo άρωμα  από το λουλούδι.
   Το πρόσωπό του ήταν όμορφο, το βλέμμα του ήταν όμορφο, τα μαλλιά του ήταν μακρυά και πλημμύριζαν θαυμάσια στους ώμους του, σα μεγάλα κύματα, όταν έσκυβε ή αναδιπλώνοταν, στην καλοσχηματισμένη πλάτη του, που το δέρμα της αντανακλούσε γλυκά σαν του χιονιού το ασήμισμα κι ήταν απαλό σαν μετάξι και λευκό σαν το φεγγάρι.
   Τα άλλα πλάσματα πριν αυτόν είχαν πάθη, σώμα, ψυχή , και είχαν υπάρξει όλα μαζί  μέσα σε έναν απροσδιόριστο στρόβιλο, όπως ρίχνονταν ο ένας στον άλλον, σπρώχνονταν και σέρνονταν, άλλοι γλύτωσαν, άλλοι ποδοπατήθηκαν. Οι υπόλοιποι άνθρωποι τελικά στριμώχτηκαν, στοιβάχτηκαν και ανακατεύτηκαν μέσα σε αυτόν τον απέραντο όχλο, μέσα σ’ αυτήν την μακριά κραυγή αγωνίας, μέσα σε αυτόν τον εξαιρετικό βούρκο που ονομάζεται ζωή.
   Όμως, αυτός, ουράνιο πνεύμα, ριγμένος στη γη σαν την τελευταία λέξη της δημιουργίας, ξένος και παράξενος, που φθάνει ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς να είναι άνθρωπος όπως εκείνοι, έχοντας το σώμα εκούσια, τις μορφές τους, το λόγο τους, το βλέμμα τους, αλλά και μια φύση ανώτερη, μια ανώτερη καρδιά, που δεν γύρευε παρά πάθη να τραφεί, και που ψάχνοντας στη γη σύμφωνα με το ένστικτό του, δεν είχε βρεί παρά μόνο απλούς ανθρώπους. Τι είχε έρθει να κάνει επομένως; Μάζεψε, φθάρθηκε και τσαλακώθηκε από τις συνήθειές μας και τα ένστικτά μας. Απεθύμησε τις σαρκικές ευχαριστήσεις μας, αυτός που δεν είχε της σάρκας παρά την εμφάνιση, τους θερμούς εναγκαλισμούς μιας γυναίκας, τα μπράτσα τα υγρά από ιδρώτα , τα δάκρυα της αγάπης της, το γυμνό λαιμό της, όλα αυτά που θα τον έκαναν να τρέμει ένα πρωί, αυτός που βρήκε στα βάθη της καρδιάς του μια γνώση άπειρη, έναν απέραντο κόσμο;
   Οι φτωχικές μας ηδονές, η ασήμαντη ποίησή μας, οι κολακείες μας, όλη γη με τις χαρές της και τα θέλγητρά της, τί να τα κάνει όλα αυτά, αυτός που είχε κάτι απ’ τους των αγγέλους; Έπληττε σε αυτήν την γη, αλλά μ’ αυτήν την πλήξη που σε κατατρώει όπως ο καρκίνος, που καίει, που σχίζει, και που τελειώνει τον άνθρωπο με μια αυτοκτονία. Αλλά αυτός! Αυτοκτονία; Α! Πόσες φορές τον είδαν έκπληκτοι, στον υψηλό απότομο βράχο, να αντκρύζει μ’ ένα πικρό χαμόγελο το θάνατο που ήταν εκεί μπροστά του, να του γελά κατάμουτρα  περιφρονόντας τον μ’ όλο το το κενό, που αρνιόταν να τον καταβροχθήσει!
   Πόσες φορές παρατηρούσε ώρες και ώρες το στόμα ενός πιστολιού, και μετά, με τί λύσσα το πέταγε, χωρίς να μπορεί να το χρησιμοποιήσει , καταδικασμένος να ζει! Α! Πόσες φορές πέρασε νύχτες ολόκληρες να περιφέρεται στα δάση, να ακούει τον ήχο των πλημμυρίδων στην παραλία, να αισθάνεται τη μυρωδιά των ροδοφυκών που μαυρίζουν τους βράχους! Πόσες νύχτες πέρασε βασταζόμενος σε μια πέτρα και περιφέροντας  μέσα στην απεραντοσύνη τη σκέψη του που πέταγε στα σύννεφα!
Όμως  η φύση, η θάλασσα, τα δένδρα, ο ουρανός, όλα αυτά ήταν μικρά και άθλια. στα χείλη του τα λουλούδια δεν αισθάνονταν καν, η γυμνή γυναίκα ήταν γι’ αυτόν χωρίς ομορφιά, το τραγούδι χωρίς μελωδία, η θάλασσα χωρίς φόβο. Δεν είχε καθόλου αρκετόν αέρα για το στήθος του, αρκετό φωτισμό για τα μάτια του κι αγάπη για την καρδιά του. Φιλοδοξία; Κάποιο θρόνο; Δόξα; Ποτέ δεν τα σκέφτηκε. Η επιστήμη; Οι παρελθοντικοί χρόνοι; Αυτός όμως ήξερε το μέλλον, και μέσα σε αυτό το μέλλον, δεν είχε βρεί παρά ένα πράγμα, που τον έκανε να χαμογελά καμιά φορά, περνώντας μπροστά από το νεκροταφείο.
   Θα φοβόταν το Θεό, αυτός που ένοιωθε σχεδόν ίσος του και που ήξερε ότι θα ερχόταν  μια ημέρα, πού το τίποτα θα έπαιρνε μαζί του αυτόν τον Θεό καθώς αυτός ο Θεός θα έπαιρνε μαζί του τον ίδιο; Πώς να τον αγαπούσε, αυτός που είχε περάσει τόσους αιώνες αναθεματίζοντάς τον;
Φτωχή καρδιά! πόσο υπέφερες, εμποδισμένη, έκπτωτη από  τον κόσμο σου και στριμωγμένη  ανάμεσα σε ανθρώπους όπως η ψυχή μέσα στο σώμα.
Συχνά ένα είδος αυτοσαρκασμού, έφερνε μια κούπα κρασί στα χείλη του, μόλις που τ’αγγιζε, χωρίς ένα χαμόγελο να τα λυγίζει, και τότε καταλάβαινε ότι έκανε κάτι ανούσιο και άχρηστο. Μόλις έκοβε ένα τριαντάφυλλο, το πετούσε γρήγορα σα να ήταν αγκάθι. Μια ημέρα θέλησε να γίνει μουσικός, είχε μια θαυμάσια, παράξενη, φανταστική ιδέα, που ίσως δεν καταλάβαιναν οι άνθρωποι, αλλά για την οποία ο Mozart θα αμάρταινε, μια ιδέα του πνεύματος, μια ιδέα της κόλασης, κάτι που ερέθιζε, που αρρώσταινε, που σκότωνε. Αρχίνησε να παίζει, το απορροφημένο πλήθος φώναζε ενθουσιασμένο, έπειτα άλαλο και τρομοκρατημένο, προσκύνησε στις λιθόστρωτες πλάκες και άκουγε. Καθάριοι και θρηνώδεις ήχοι σηκώθηκαν μέσα στο ναό και χάθηκαν κάτω από τις στέγες, ήταν θαυμάσιος. Δεν ήταν παρά μια εισαγωγή.. Θέλησε να συνεχίσει, αλλά συνέτριψε το όργανο ανάμεσα στα χέρια του.
   Τίποτα δεν έμενε πια γι’ αυτόν! Όλα ήταν άδεια και κενά. Τίποτα, παρά μια απέραντη ενόχληση, μια φοβερή μοναξιά, αιώνες,  που έπρεπε να ζήσει, για να αναθεματίζει την ύπαρξη, αυτός που δεν είχε εντούτοις ούτε ανάγκες, ούτε πάθη, ούτε επιθυμίες! Είχε όμως την απελπισία!

 

III

 

 

   Αποσύρθηκε, αφού η ανώτερη φύση του του έδεινε τη δυνατότητα. Πήγε να ζήσει μόνος και απομονωμένος σ’ ένα χωριό της Γερμανίας, μακρυά από τους ανθρώπους που του ήταν ενοχλητικοί.
   Ένας ερειπωμένος πύργος, τοποθετημένος σε έναν υψηλό λόφο, κατάλληλη διαμονή για τη σκέψη του, και από το ίδιο βράδυ εγκαταστάθηκε.
Ζούσε επομένως έτσι μόνος, χωρίς ακολουθεία, χωρίς πληρώματα, σχεδόν χωρίς υπηρέτες, και περιορισμένος στο δικό του μοναχικό κόσμο. Η φήμη του που αποκτούσε μέρα με τη μέρα όλο και πιο σκοτεινή, προβληματική. Οι άνθρωποι που τον υπηρετούσαν αγνοούσαν τον ήχο της φωνής του, δεν γνώριζαν το βλέμμα του παρά ένα μάτι σκοτεινό και μισόκλειστο που στρεφόταν ψυχρά σε αυτούς, κάνοντάς τους να τρέμουν. Κατα τα άλλα, ήταν εξ’ ολοκλήρου ελεύθεροι, διότι ο κύριός τους δεν τους έκανε καμία παρατήρηση, μετά βίας τους έδινε καν διαταγές.
   Το κάστρο που ζούσε ο κόμης είχε πάρει τελικά κάτι από τη θλίψη των φιλοξενουμένων του. Οι μαυρισμένοι τοίχοι, οι πέτρες οι γυμνές  από τσιμέντο, οι θάμνοι που τον περιέβαλαν, αυτή η σιωπή που στίλβωνε τους πυργίσκους του, όλα αυτά έμοιαζαν μαγικά και παράξενα. Ήταν χειρότερα μέσα στον πύργο: μακριοί κρυφοί διάδρομοι, πόρτες που βροντούσαν τη νύχτα βίαια και που έτρεμαν μέσα στις κάσες τους, μακρόστενα παραθύρα, ταπετσαρίες καπνισμένες, και πότε πότε μέσα στις στοές, κάποια αρχαία διακόσμηση, η πανοπλία ενός παλαιού βαρώνου, το πορτρέτο του ποδιού μιας πριγκήπισσας, ένα κέρατο αρσενικού ελαφιού, ένα κυνηγετικό μαχαίρι, ένα σκουριασμένο στιλέτο, και συχνά, μέσα σε μερικές γωνιές άφωτες, χαλάσματα, της οροφής γύψοι πεσμένοι από τον άνεμο στο παλιό σαλόνι, που φυσούσε κάποια βραδιά του χειμώνα μέσα στις μακριές στοές με μανία από συνήθεια, με παρατεταμένα μουγκρητά.
   Ο θυρωρός (ήταν ένας γεράκος ετοιμόροπος όπως και ο πύργος) έκανε κάθε απόγευμα την εποπτεία του. Άρχιζε από τη μεγάλη πέτρινη σκάλα  της οποίας τα κάγκελα είχαν αφαιρεθεί από τότε που ο τελευταίος ιδιοκτήτης είχε  πωλήσει τον πύργο για ένα μικρό κομμάτι γης, ανέβαινε αργά αργά και σαν έφτανε στην κύρια στοά, άνοιγε όλες τις αίθουσες, που είχαν ακόμα τους παλαιούς αριθμούς τους. Όλα κενά και ερειπωμένα, έχοντας εκπληρώσει όμως τον προορισμό τους. Εκεί, ήταν και το παλαιό σαλόνι, ένα απέραντο τετραγωνικό διαμέρισμα του οποίου διάκρινε κανείς ακόμα μερικά βελούδινα πορφυρά κουρέλια που, μέσα στον τελευταίο αιώνα, αποτελούσαν πολυτελή διάκοσμο, σαν φρέσκια ομορφιά. Αρχικά ήταν  αίθουσα συνεδριάσεων, κατόπιν παρεκλήσι, μετά σαλόνι. Τώρα πια φράχτηκε από καμιά εκατοστή δεμάτια σανό, στοιβαγμένα εκεί είκοσι περίπου χρόνια, που σάπιζαν απ’ τη βροχή που διείσδυσε εύκολα από τα πλακάκια, κυνηγημένη απ’ το βραδυνό άνεμο. Το υπόλοιπο σαλόνι αποτελούταν από από παλαιές πολυθρόνες, φθαρμένες πανοπλίες, σέλλες σκουληκοφαγωμένες και μια μεγάλη ποσότητα ξερόκλαδα και ξύλα.
   Ο θυρωρός αυτός δεν το άνοιγε ποτέ, εκτός εάν ήταν να πετάξει εκεί τίποτα παλαιό και χαλασμένο, που θα τo έριχνε απρόσεκτα και που θα έπεφτε πάνω σε κανένα παλαιό τραπέζι, κανένα άγαλμα κήπου ή σε καμιά παλιά πολυθρόνα. Συνέχιζε την αργή και ειρηνική πορεία του στη μέση του διαδρόμου και έκανε να αντηχούν με θόρυβο τα πεταλωμένα παπούτσια του πάνω στις μεγάλες πέτρινες πλάκες, οι οποίες σημάδευαν τα  χνάρια του. Έπειτα επέστρεφε, παρατηρώντας τις φωλιές των χελιδονιών, τα χελιδόνια που πλήθαιναν μέρα με την μέρα μέσα στο κάστρο, σαν την επικράτειά τους,  πετώντας μέσα από τα παράθυρα του διαδρόμου των οποίων  τα σπασμένα τζάμια ήταν ριγμένα στη γη, θρύψαλα και ανάκατα με τις θρυμματισμένες μολύβδένιες κάσες τους.
   Μεγάλες λεύκες κύκλωναν το κάστρο. Λύγιζαν συχνά στην αναπνοή του ωκεανού κι ο ήχος των κυμάτων αναμειγνυόταν με αυτόν των φύλλων τους. Ο τραχύς και σκληρός αέρας είχε κάψει το φλοιό τους. Από μία τρύπα στο φύλλωμα φαινόταν, από  τα πιό ψηλά παράθυρα, η θάλασσα που εκτεινόταν απέραντη και φοβερή, μπροστά από αυτό το αποτρόπαιο κάστρο που δεν φαινόταν παρά σαν μια πένθιμη κληρονομιά.
   Εκεί που ήταν κάποτε η  μηχανική πύλη, τώρα βρίσκεται ένα πέρασμα. Εδώ οι επάλξεις έτρεμαν από το άγγιγμα του χεριού και στο παραμικρό τράνταγμα οι πέτρες έπεφταν.  Ψηλότερα ήταν ο πύργος.
Ποτέ ο θυρωρός δεν πήγαινε εκεί. Τον είχε εγκαταλείψει, όπως και τους ανώτερους ορόφους, στις νυχτερίδες και τις κουκουβάγιες που πετούσαν βράδυ στις στέγες, με τις πένθιμες κραυγές τους και τα μακρόσυρτα χτυπήματα των φτερών τους.
Οι τοίχοι του κάστρου ήταν γεμάτοι σχισμές και βρύα. Η επαφή τους υγρή και λιπαρή, σου’ σφιγγε στο στήθος και σε έκανε να τρέμεις, σαν το γλοιώδες άγγιγμα ενός ερπετού.
   Εκεί λοιπόν ζούσε. Αγαπούσε τις μακριές επιμήκεις στέγες, όπου δεν ακουγόταν παρά τα πουλιά της νύχτας και ο άνεμος της θάλασσας. Αγαπούσε αυτά τα συντρίμια που συγκρατούσε ο κισσός, αυτούς τους σκοτεινούς διαδρόμους και όλη αυτήν την εικόνα της ερημιάς και του θάνατου. Αυτός που έπεσε από τόσο ψηλά για να κατεβεί τόσο χαμηλά, αγαπούσε κάθε τι εξίσου έκπτωτο. Αυτός που είχε απογοητευτεί τόσο πολύ, γύρευε ερείπια. Είχε βρεί το τίποτα μέσα στην αιωνιότητα και γύρευε την καταστροφή μέσα στο χρόνο. Ήταν μόνος ανάμεσα στους ανθρώπους! Ήθελε να απομακρυνθεί εντελώς και να ζήσει τουλάχιστον αυτή τη ζωή, που θα μπορούσε να μοιάζει σε αυτήν την οποία ονειρευόταν, σ’αυτήν την οποία έπρεπε να είναι.

IV

   O δούκας Αρθούρος καθόταν σε μια μεγάλη πολυθρόνα από μαύρο μαροκινό δέρμα, με τους αγκώνες να στηρίζονται στο τραπέζι και το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Το  δωμάτιο που ζούσε ήταν μεγάλο και ευρύχωρο. Το ταβάνι του μαυρισμένο από την καπνιά του κάρβουνου. Οι τοίχοι, κρύβονταν πίσω από ένα σωρό δοχεία, αποστακτήρες, βάζα, αλφάδια και μηχανήματα τακτοποιημένα σε τραπεζάκια. Χωμένο σε μια γωνιά ήταν το καμίνι, με τη χοάνη για τις μαγικές λειτουργίες. Εδώ κι εκεί, σε ακόμη καυτές στάχτες, μερικά μισανοιγμένα βιβλία, μισοσχισμένα βιβλία που φαίνονταν να έχουν αγγιχτεί από ένα εμπύρετο και καυτό χέρι, που τα διέτρεξε με άπληστο βλέμμα, δίχως καν να τα διαβάσει. Κανένας φωτισμός στο δωμάτιο, μόνο μερικά κάρβουνα που αργοπέθαιναν στο καμίνι έδιναν λίγο φως, σχηματίζοντας στο ταβάνι έναν φωτεινό κύκλο που παλλόταν.
   Ο αλχημιστής είχε μείνει ώρες ατελείωτες ακίνητος. Στο τέλος, σηκώθηκε, πήγε προς τη χοάνη του και την παρατήρησε για λίγο. Η κοκκινωπή λάμψη της θράκας φώτισε  μεμιάς το προσωπό του, χρωματίζοντας το με μια απόκοσμη λάμψη. Ήταν ένα από τα πρόσωπα αυτών των αλχημιστών της κόλασης, με τα χλωμά μετώπα, με τα βαθειά κόκκινα μάτια, το λευκό τεντωμένο δέρμα, τα λεπτά και μακρυά χέρια του. Όλα αυτά έδειχναν φανερά τις νύχτες χωρίς ύπνο, τα ανήσυχα όνειρα, τις ευφυείς σκέψεις του.
   Θεωρείτε ότι αυτό το πικρό χαμόγελο είναι χαμόγελο ματαιοδοξίας; πιστεύετε πως αυτά σκαμμένα μάγουλα έφθιναν στα βιβλία, ότι το χρώμα του είχε ξεθωριάσει στη θέρμη της θράκας, και πως αυτός που τώρα θα έκλαιγε λυσσαλαία εάν ήταν άνθρωπος, ψάχνει ένα όνομα, την αθανασία; Πιστεύετε ότι αυτά βιβλία τα ριγμένα με  θυμό, τά σχισμένα φυλλάδια, και αυτό το χέρι που πάλλεται, που ξεσχίζεται, θεωρείτε ότι απελπίζεται έτσι επειδή δε μπορεί να βρεί ένα κομμάτι χρυσό, ένα δηλητήριο που χαρίζει ζωή;
   Θα επέστρεφε στη θέση του, όταν είδε στον καπνισμένο τοίχο, λαμπρές γράμμες που σύθηκαν έντονα και που σχημάτισαν σύντομα ένα φοβερό και αλλόκοτο τέρας, παρόμοιο με  αυτά τα κτήνη που βλέπουμε στον ατσάλινο σκελετό των καθεδρικών ναών μας, τρελά λιμασμένο, με σκαμμένα πλευρά, μ’ ένα κεφάλι σκυλιού, και μαστάρια κρεμασμένα μέχρι τη γη, τρίχωμα κόκκινο, μάτια που φλέγονταν και νύχια κόκκορα. Ξεκόλησε από τον τοίχο ξαφνικά και βρέθηκε μ’ ένα σάλτο στο καμίνι.    Άκούστηκε ο θόρυβος των ισχνών σκελετοκαμωμένων ποδαριών του στα λιθόστρωτα της χοάνης.
– Τι με θέλεις; είπε στον Αρθούρο.
– Εγώ; Τίποτα! Μα, δεν είσαι το καταραμένο πνεύμα που απολύει τους ανθρώπους, και βασανίζει τις ψυχές τους;
– Ε λοιπόν, ναι, απάντησε το τέρας με μια χαρούμενη κραυγή, ναι, είμαι ο Σατανάς.
– Tί θέλεις απόμένα; Τί’ ρθες να κάνεις εδώ;
– Να σε βοηθήσω..
– Σε τί πράγμα;
– Να βρείς ό, τι γυρεύεις, το χρυσό, το ελιξήριο…
– Πραγματικά ναι! Δεν ξέρεις ότι μπορώ να δώσω ζωή σε κόσμους ολόκληρους, ότι μια απλή σκέψη του κεφαλιού μου μπορεί να κυλήσει το χρυσό στα πόδια μου; Όχι, Σατανά, εάν έχεις μπόρεση παρά μόνο γι’ αυτό, παράτα τα, φύγε, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για μένα.
– Όχι, όχι, θα μείνω, είπε ο Σατανάς με ένα ιδιόρρυθμο χαμόγελο, θα μείνω!
Η ματαιοδοξία είναι το πρωτότοκη θυγατέρα μου, μου παραδίδει τις ψυχές που κυριεύει, σκέφτηκε μέσα του. Θα έχω την ψυχή του!
   Τώρα, η θράκα που τελείωνε έριξε ακόμη μερικές λάμψεις, οι οποίες πέρασαν πάνω από το πρόσωπο του Αρθούρου, που φάνηκε πιό φοβερό στο Σατανά και πιό όμορφο από τα πρόσωπα των καταραμένων.
– Άντε, ώρα να φύγουμε απο εδω, του είπε ο Αρθούρος. Ο άνεμος ταράζει τα δέντρα, η θάλασσα βροντά και η ακτή καταστρέφεται. Ελά! θα μιλήσουμε καλύτερα για την Αιωνιότητα και το Τίποτα στο θόρυβο της θύελλας, μπροστά από το θυμό του ωκεανού.

Βγήκαν.

   Ο δρόμος που οδηγούσε στην ακτή ήταν πετρώδης και σκιασμένος από τα μεγάλα μαύρα δέντρα που περιέβαλαν το κάστρο. Έκανε το κρύο, η γη ήταν ξηρή και σκληρή. Σκοτείνιαζε, ούτε ένα αστέρι στον ουρανό ούτε μια αχτίδα φεγγαριού.
   Ο Αρθούρος βάδιζε, με γυμνό το κεφάλι και το πρόσωπο,  αργά αργά και ευχαριστιόταν από το άγγιγμά του χαδιού της γαλάζιας κόμης του. Αγαπούσε τη συντριβή του ανέμου και τον τρομακτικό θόρυβο των δέντρων που έσκυβαν με τη βία.. Ο Σατανάς ήταν πιό πίσω. Τρέκλιζε στις πέτρες,  με το κεφάλι του χαμηλωμένο και ούρλιαζε λυπητερά.
   Κάποτε έφθασαν στην παραλία. Η άμμος ήταν φρέσκοβρεμένη, καλυμμένος από κέλυφη και ροδοφύκια, που κυλούσαν προς τη θάλασσα μαζί με τα βότσαλα που παρέσερνε η άμπωτη. Σταμάτησαν κι οι δύο.
   Ο Αρθούρος γελούσε άγρια στο θόρυβο των πλημμυρών.

– Να τι αγαπώ, λέει, ή μάλλον τι μισώ λιγότερο. Αλλά αυτό το μίσος δεν είναι αρκετά δυνατό, αρκετά θείο. Γιατί η παλήρρια ησύχασε και σταμάτησε να ανεβαίνει; Α! εάν η θάλασσα εκτεινόταν πέρα από την ακτή και τα βράχια, πως θα πήγαινε μακρυά, πως θα έτρεχε και πως θα αναπηδούσε! Θα ήταν ευχαρίστηση να τη βλέπεις, μα αυτό…
– Προσδοκάς επομένως το θάνατο, είπε ο Σατανάς, το θάνατο σε όλα;
– Είναι το τίποτα που καρτερώ.
– Και γιατί; Νομίζεις, λοιπόν, ότι τίποτα δεν παραμένει μετά απ’ το σώμα;
Ότι όταν το σφαλισμένο μάτι δεν βλέπει πιά, ότι το κρύο και χλωμό κεφάλι δεν έχει ούτε μια σκέψη;
– Ναι, αυτό πιστεύω, για μένα τουλάχιστον.
– Και τι θέλεις επιτέλους; Τι επιθυμείς;
– Την ευτυχία!
– Την ευτυχία; Για άκου εκεί… Την ευτυχία! … Εμπεριέχεται μέσα στην επιστήμη, στη δόξα, στην αγάπη μέσα.
– Α! πουθενά! Αυτό γυρεύω εδώ και πολύ καιρό και ποτέ δε μπορώ να το βρώ. Η επιστήμη ήταν υπερβολικά περιορισμένη, η δόξα στενή, η αγάπη υπερβολικά ασήμαντη.
– Θεωρείς λοιπόν οτί έισαι ανώτερος απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους; Θεωρείς ότι η  ψυχή σου…
– Α! Η ψυχή μου! … Η ψυχή μου! …
– Δεν έχεις λοιπόν; Δεν πιστεύεις σε τίποτα… Στο Θεό; Μα, θα υποκύψεις, αδύναμε και ματαιόδοξε άνθρωπε, θα υποκύψεις, επειδή έχεις αρνηθεί τις προσφορές μου. Θα υποκύψεις όπως κι ο πρώτος άνθρωπος. Παρά το βλέμμα του το υπερήφανο. Πόσο ήταν αυθάδης και εξαιρετικά σίγουρος για την ευτυχία του, ενώ περιφερόμενος μέσα στον κήπο της  Εδέμ, αντίκρυσε με μάτια έκπληκτα και ευβλαβή την ήττα μου και τα δάκρυα μου! Κι επίσης τον έζησα να υποκύπτει, τον έζησα να σέρνεται στα πόδια μου, τον έζησα να κλαίει όπως κι εγώ, να αναθεματίζει και να βλασφημά όπως κι εγώ. Οι κραυγές της απελπισίας μας ανακατεφθηκαν μαζί και ήμαστε επομένως σύντροφοι του βασανισμού και του μαρτυρίου. Α! Ναι, θα πέσεις όπως αυτός, θα αγαπήσεις κάτι.
– Με παίρνεις επομένως γι’ άνθρωπο, Σατανά; Για ένα απ’ αυτά τα κοινά και χυδαία όντα, που λιμνάζουν σε αυτόν τον κόσμο, που ένας άνεμος της δυστυχίας μ’ έχει ρίξει κι έμένα μέσα στην παραφροσύνη του και που πεθαίνω ελλείψει αέρα για  ν’αναπνέυσω, δίχως πράγματα να αισθανθώ, να καταλάβω και να αγαπήσω; Πιστεύεις πως αυτό το στόμα τρώει, πως αυτά τα δόντια σπάζουν, ότι ταιριάζω στη ζωή όπως το πρόσωπο στη μάσκα; Εάν πετούσα αυτό το δέρμα που με καλύπτει, θα έβλεπες, Σατανά, ότι είμαι κι εγώ ένα καταραμένο ον όπως εσύ, ότι είμαι ίσος σου και ίσως  κύριός σου. Σατανά, μπορείς να σταματήσεις ένα κύμα; Μπορείς να ζυμώσεις μια πέτρα ανάμεσα στα χέρια σου;
– Ναι.
– Σατανά, εάν ήθελα, θα σε συνέθλιβα ανάμεσα στα χέρια μου. Σατανά, τί σε κάνει ανώτερο απ’ όλους; Τι έχεις; Είναι το σώμα σου; Βάλε το κεφάλι σου κοντά στο γόνατό μου και με το πόδι μου, θα στο συντρίψω στο χώμα. Τι είναι αυτό που κάνει τη δόξα σου, τη δόξα, το καύσιμο των ανώτερων πνευμάτων; Τι είναι; Απαντήσε!
– Η ψυχή μου.
– Και πόσα λεπτά μέσα στην αιωνιότητα μπορείς να μετρήσεις πού αυτή η ψυχή σου σου έχει δώσει ευτυχία;
– Κι όμως, όποτε βλέπω ανθρώπινες ψυχές να υποφέρουν σαν τη δική μου, είναι τότε μια παρηγοριά για τους πόνους μου, μια ευτυχία για την απελπισία μου. Αλλά εσύ, τι τόσο θεικό έχεις; Την ψυχή σου;
– Όχι! Επειδή ακρβώς δεν έχω.
– Ψυχή; Μα πώς! Είσαι επομένως μια μηχανή ζωντανεμένη από την έκλαμψη του πνεύματος κάποιας ιδιοφυίας;
– Το πνεύμα! Α! το πνεύμα! Χλευασμός και οίκτος! Πνεύμα σε μένα; Α!
– Δεν έχεις ψυχή; και ποιός στο είπε αυτό;
– Ποιός μου το είπε; Το έχω μαντέψει… Άκου, και θα καταλάβεις. Σαν ήρθα σε αυτήν την γη, ήταν νύχτα, μια νύχτα όπως αυτή, κρύα και φοβερή. Θυμάμαι τα κύματα που με έβγαλαν στην ακτή… Σηκώθηκα και βάδισα. Αισθανόμουν ευτυχής, το στήθος μου ελεύθερο. Είχα βαθειά μέσα μου κάτι καθαρό και άθικτο, που με έκανε να ονειρεύομαι, να σκέφτομαι ταραγμένα, συγκεχυμένα, απροσδιόριστες σκέψεις. Ήταν σα μια μακρινή ανάμνηση μιας άλλης κατάστασης, πιό ήρεμης και πιό γλυκειάς.  Μου φάνηκε, όταν έκλεινα τα μάτια και ότι άκουγα τη θάλασσα, πως επέστρεφα σε αυτές τις ανώτερες περιοχές που όλα ήταν ποίηση, ησυχία και αγάπη. Κι αυτός ο ύπνος μου ήταν βαρύς και ανούσιος αλλά γλυκός και βαθύς! Πράγματι, θυμάμαι οτι  υπήρξε κάποια στιγμή που όλα με προσπέρασαν και εξατμίστηκαν σαν όνειρο.
   Επέστρεψα από τη μέθη και την ευτυχία για τη ζωή και την ανία. Σιγά – σιγά αυτά τα όνειρα που θεωρούσα πως θα ξανάβρισκα στη γη εξαφανίστηκαν σαν το ίδιο όνειρο εκείνο. Η καρδιά μου σφίχτηκε, και η φύση φάνηκε στα μάτια μου, σα φθαρμένο, γέρικο έκτρωμα, σαν κακοφτιαγμένο, καμπούρικο παιδί με ρυτίδες γέροντα. Προσπάθησα να μιμηθώ τους ανθρώπους, να έχω τα πάθη τους, το ενδιαφέρον τους, να λειτουργήσω όπως αυτόι. Μάταια!  Ήμουν όπως ο αετός που θέλει να εισχωρήσει μέσα στη φωλιά του δρυοκολάπτη. Τότε όλα στη ματιά μου, ήταν πιά μια μακριά σκοτεινή ιστιοδρομία, η ύπαρξη μια μακρυά αγωνία, και η γη ένας τάφος για ζωντανούς, και τότε, μετά από πολλούς αιώνες, πολλές γεννιές, που είδα να έχουν περάσει από μπροστά μου πολλές φυλές των ανθρώπων και αυτοκρατορίες, δεν αισθανόμουν τίποτα να πάλλεται μέσα μου, όταν όλα είχαν νεκρώσει και είχε παραλύσει το πνεύμα μου, είπα: «Ανόητος, αυτός ο οποίος θέλει την ευτυχία και δεν έχει καθόλου ψυχή! Ανόητοι, ακόμα κι αυτοί που έχουν το υπερβολικά υψηλό πνεύμα, την υπερβολικά εξυψωμένη καρδιά, ας γνωρίζουν το τίποτά, ας γνωρίζουν τα πάντα, σα δεν αγαπά κανείς, σα νομίζει ότι το σώμα φέρνει την ευτυχία και ότι η ύλη οδηγεί σ’ αυτήν! Αυτό το πνεύμα ήταν – είναι αλήθεια –  ανώτερο, το σώμα αυτό όμορφο, η ύλη θαυμάσια, αλλά δεν είχε ψυχή! Δεν είχε πίστη! Ούτε ελπίδα! »
– Και παραπονιέσαι! του είπε ο Σατανάς, σέρνοντας τους μαστούς του στην άμμο καθώς τεντωνόταν ολόκληρος. Εσύ παραπονιέσαι! Ευτυχισμένε, να ευλογείς τον ουρανό καλύτερα. Εσύ θα πεθάνεις! Μην επιθυμείς τίποτα, Αρθούρε, μην αγαπάς τίποτα, ζείς ευτυχής, επειδή μοιάζεις στην πέτρα, μοιάζεις με το τίποτα. Α! τι παραπονιέσαι; Τι σε στεναχωρεί; Ποιος σε καταβάλλει;
– Πλήττω.
– Το σώμα σου, παρόλα αυτά, δεν μπορεί καθόλου να σου προσφέρει τις απολαύσεις των ανθρώπων;
– Τις ανθρώπινες ηδονές, γι’ αυτές δε μιλάς; Τα μεγάλα φιλιά τους, τα χλιαρά αγκαλιάσματά τους; Α! Δεν τα έχω δοκιμάσει ποτέ, τα περιφρονώ!
– Αλλά μια γυναίκα;
– Μια γυναίκα; Α! θα την έπνιγα μέσα στα μπράτσα μου, θα την έσπαζα με τα φιλιά μου, θα τη σκότωνα με την ανάσα μου. Α! δεν έχω τίποτα, έχεις δίκιο, δεν θέλω τίποτα, δεν αγαπώ τίποτα, δεν επιθυμώ τίποτα… Μα εσύ, Σατανά, θα ήθελες το σώμα μου, έτσι δεν είναι;
– Ένα κορμί; Α! προφανώς ναι, κάτι, που χειροπιαστό, επειδή εγώ δεν έχω παρά μια μορφή, μια αναπνοή, ένα σχήμα. Α! εάν ήμουν άνθρωπος, εάν είχα το ευρύ στήθος του και τους ισχυρούς μηρούς του… Έτσι τον φθονώ, τον μισώ, είμαι ζηλιάρης…
   Αλλά δεν έχω παρά ψυχή, ψυχή, πνοή καυτή και στείρα, που κατασπαράζεται, ξεσχίζεται μόνη της. Ψυχή! Όμως δεν καταφέρνω τίποτα, δεν κάνω παρά να αγγίξω τα φιλιά, τα αισθάνομαι, τα βλέπω μα δεν μπορώ να τ’ αγγίξω, δεν μπορώ να τα πάρω, δεν έχω τίποτα, τίποτα, δεν έχω παρά ψυχή. Α! Πόσες φορές έχω συρθεί στα πτώματα των ακόμη χλιαρών ή και καυτών, νέων κοριτσιών! Πόσες φορές  γύρισα πίσω απελπισμένος και βλασφημώντας! Γιατί να μην είμαι ένα τραχύ, ζώο, ένα ερπετό! Τουλάχιστον αυτά έχουν τις χαρές τους, την ευτυχία τους, την οικογένειά τους. Οι επιθυμίες τους εκπληρώνονται, τα πάθη τους ηρεμούν. Θέλεις ψυχή, Αρθούρε; Ψυχή! Το σκέφτηκες καλά; Θέλεις να είσαι όπως οι άνθρωποι; θέλεις να κλαψεις για το θάνατο μιας γυναίκας, για μια που χάνεται περιουσία; θέλεις να λιώσεις από απελπισία, να πέσεις  από τις αυταπάτες στην πραγματικότητα; Ψυχή!  Αλήθεια,θέλεις τις κραυγές της ηλίθιας απελπισίας, την τρέλα, τη βλακεία; Ψυχή! θέλεις επομένως να πιστέψεις; Θα ξέπεφτες μέχρι την ελπίδα; Ψυχή! Θέλεις να είσαι άνθρωπος, κάτι περισσότερο από ένα δέντρο, κάτι περισσότερο από ένα σκυλί;
– Ε, λοιπόν, όχι, είπε ο Αρθούρος προχωρόντας μέσα στη θάλασσα, όχι, δεν θέλω τίποτα!

Τότε σώπασε, και ο Σατανάς τον είδε φαφνικά να τρέχει πάνω στα κύμματα, ο δρόμος του ήταν ελαφρύς και γρήγορος και τα κύματα λαμπύριζαν κάτω από τα βήματά του.

– Α! Ευτυχισμένε, είπε ο Σατανάς, μέσα στην ζηλότυπη έχθρα του, ευτυχισμένε, ευτυχή… πλήττεις στη γη, αλλά θα κοιμηθείς αργότερα, κι εγώ, εγώ, θα έχω την απελπισία μέσα στην αιωνιότητα, και τότε θα συλλογίζομαι το κουφάρι σου…
– Το κουφάρι μου;  Είπε ο Αρθούρος, Και τί σου έχει λέει ότι θα πεθάνω; Δεν στο έχω πει; Δεν ελπίζω τίποτα, ούτε καν στο θάνατο.
– Οι πιό φοβερές δυνάμεις…
– Προσπάθησε, είπε ο  Αρθούρος που είχε σταματησεί μια στιγμή πάνω στο κύμα που τον λίκνιζε απαλά, σαν να στεκόταν όρθιος σε μια σανίδα.

Ο Σατανάς σώπασε λίγη ώρα και σκέφτηκε τον αλχημιστή: «Τον έχω κοροιδέψει, είπε, πιστεύει ότι δεν έχει ψυχή. Α! Θα αγαπήσεις, θα αγαπήσεις μια γυναίκα, θα της δώσω τόση χάρη, τόση ομορφιά, τόσο έρωτα, που θα την αγαπήσεις… επειδή είσαι άνθρωπος, παρ’ όλη την περηφάνια σου και τη γνώση σου. »

– Άκου, Αρθούρε, του είπε, αύριο θα δείς ένα κορίτσι των βουνών σας. Αυτή θα αγαπήσεις.

Ο Αρθούρος βάλθηκε να γελάει.

– Φτωχέ, ηλίθιε, του είπε, θέλω πολύ να ,δοκιμάσω ή προσπάθησε μάλλον να με σκοτώσεις, εάν τολμάς!
– Όχι, είπε ο Σατανάς, δεν  έχω δύμαμη παρά στις ψυχές. Και τον άφησε.

Ο Αρθούρος είχε μείνει στους βράχους, και όταν το φεγγάρι άρχισε για να εμφανίζεται, άνοιξε τα απέραντα πράσινα φτερά του, έκτεινε το λευκό σώμα του  που’ μοιαζε με  το χιόνι, και πέταξε στα σύννεφα.

V

 

 

   Νύχτωνε και ο κοκκινωπός ήλιος πεθαίνοντας, φώτιζε μετά βίας την κοιλάδα και τα βουνά. Ήταν αυτήν την ώρα του λυκόφωτος που βλέπει κανείς, μέσα στα λιβάδια, λευκές κορδέλες δεμένες στην κώμη των γυναικών, στα δαντελένια ρούχα τους και στα μεταξένια φορέματά τους. Αυτήν την ώρα που ο τζίτζικας τραγουδά με τη στριγγιά φωνή του, μέσα στη χλόη και κάτω από τα σιτάρια. Τότε ακούγονταν μέσα στους αγρούς μυστηριώδεις ψιθύροι, παράξενες συναυλίες, και ύστερα, πολύ μακρυά, ο θόρυβος ενός κουδουνιού που μαλακώνει και σβήνει, με τα κοπάδια που κατεβαίνουν και χάνονται στον κάμπο. Σε αυτήν την ώρα, η κοπέλα που φυλάει το κοπάδι της, επιταχύνει το βήμα, τρέχει χωρίς να κοιτάζει πίσω της και  έπειτα σταματά λαχανιασμένη και τρέμοντας, επειδή η νύχτα θα έρθει και συναντά κανείς στο δρόμο του άνδρες και κυρίως νέους άνδρες, και το το φτωχό παιδί, έχει τα έτη του δέκα έξι,και φοβάται.
   Η Ιουλιέτα συγκεντρώνει τις αγελάδες της και κατευθύνεται προς το χωριό, του οποίου διέκρινε κανείς μερικές καλύβες, αλλά, εκείνη την ημέρα, ήταν λυπημένη.
   Δεν έτρεχε πια να μαζέψει λουλούδια, να στολίσει τα μαλλιά της. Όχι! Ούτε παιδικά χοροπηδητά στη θέα μιας όμορφης μαργαρίτας που το πόδι της θα συνέτριβε, ούτε χαρούμενα τραγούδια, με νότες στολισμένα, ούτε μακρυά κυλίσματα. Όχι! Ούτε χαρά ούτε μέθη, ούτε αυτός ο όμορφος λευκός λαιμός που λύγιζε πίσω, και πού έβγαινε χορεύοντας μια απαλή μουσική, γεμάτη γλυκιά αρμονία,  παρά πλήθος στεναγμών, ύφος ονειροπόλο, δάκρυα στα μάτια, και έναν μακρύ περίπατο σαν όνειρο και αργό, μέσα στα χορτάρια, χωρίς να προσέχει ότι βαδίζει μέσα στη δροσιά και ότι οι αγελάδες της έχουν εξαφανιστεί. Τόσο το νέο κορίτσι ήταν μελαγχολικό και χαμένο.
   Πόσες φορές την ίδια ημέρα εκείνη, έτρεξε πίσω από το κοπάδι της. Πόσες φορές γύρισε πίσω, κουρασμένη και άκεφη, για να σκεφτεί ή μάλλον να μη σκεφτεί τίποτα!
   Ήταν κατάκοπη, η καρδιά της έκαιγε, επιθυμούσε κάτι αόριστο, απροσδιόριστο,
   Την αφορούσαν όλα και δεν την ενδιέφερε τίποτα, ένοιωθε πλήξη, επιθυμία, αβεβαιότητα. Ανία, ονειροπόληση του παρελθόντος, σκέψεις για το μέλλον, όλα αυτά πέριδιάβαιναν το κεφάλι της κοπέλας, που ξαπλωμένη στο χορτάρι, κοιτάζοντας τον ουρανό, με τα χέρια επάνω στο μέτωπό της. Φοβόταν έτσι ολομόναχη στους αγρούς, ωστόσο εκεί είχε περάσει ολάκερη την παιδική ηλικία της, να παίζει μέσα στα δέντρα και να τρέχει μέσα στις συγκομιδές. Ο θόρυβος του φυλλώματος αυτός την έκανε    να τρέμει. Δεν τολμούσε να γυρίσει, της φαινόταν πως πάντα έβλεπε πίσω της το σχήμα κάποιου δαίμονα, να γελά με ένα γέλιο φρικτό.
   Κοίταξε για πολύ ώρα τις κοκκινωπές ακτίνες του ήλιου που χάνονταν όλο και πιό πολύ, και που σχημάτιζε, εδώ κι εκεί, φωτεινούς κύκλους που μεγάλωναν, εξαφανίζονταν κι επέστρεφαν σύντομα. Περίμενε την καμπάνα της εκκλησίας να σημάνει και όταν οι τελευταίοι κτύποι της χάθηκαν στο πέρα, σηκώθηκε οδυνηρά κι  έτρεξε πίσω από το κοπάδι της, και βάλθηκε να περπατά για να γυρίσει στον πατέρα της.
   Ξαφνικά, σε καμια πενηνταριά βήματα πιό πέρα, είκοσι μικρές φλόγες σηκώθηκαν από τη γη.  Οι φλόγες εξαφανίστηκαν, αλλά στο τέλος, μερικά λεπτά αργότερα, η Ιουλιέτα τις ξαναείδε. Πλησίαζαν λίγο – λίγο, και μία – μία εξαφανίζονταν, μετά μια άλλη, μια τρίτη, και τελικά μια τελευταία που, και χόρεψε με ζωηρότητα και τρελά. Οι αγελάδες σταμάτησαν έξαφνα, σαν ένα φυσικό ένστικτο τους όριζε πια να μην προχωρήσουν, και  έβγαλαν ένα θρηνώδη μουγκριτό που σύρθηκε αρκετά, και μονότονα, ώσπου έσβησε αργά. Οι φλόγες έγιναν πιό πολλές, και άκουγε ευδιάκριτα φωτεινά γέλια και παιδικές φωνές. Η Ιουλιέτα χλώμιασε και βαστάχτηκε στο κέρατο μιας ακίνητης και άλαλης αγελάδας, από την τρομάρα της. Άκουσε βήματα πίσω της, αισθάνθηκε τα μάγουλά της να αγγίζονται από μια καυτήν αναπνοή και ένας άνδρας ήρθε και στάθηκε μπροστά της.
   Ήταν ντυμένος πλουσιοπάροχα, τα ρούχα του ήταν από μαύρο μετάξι, το γαντοφορεμένο χέρι του ακτινοβόλησε διαμαντικά. Στην παραμικρή του χειρονομία, ακουγόταν ένας ήχος από ασημένια κουδουνάκια μπλεγμένα με χρυσά νομίσματα. Η μορφή του ήταν άσχημη, τα μουστάκια του ήταν κόκκινα, τα μάγουλά του ήταν σκαμμένα, αλλά τα μάτια του έλαμπαν όπως δυο κάρβουνα. Λαμπίριζαν κάτω από βαθειά, παχειά και ογκώδη τούφα. Το μέτωπό του ήταν χλωμός, ζαρωμένος, οστεώδες, και το επάνω μέρος κρύβόταν επιμελώς από μια ερυθρά βελούδινη σκούφια. Έμοιαζε να φοβάται να δείξει το κεφάλι του.

– Παιδί, λέει στην Ιουλιέτα, ωραίο μου παιδί!

Και την τράβηξε προς το μέρος του με ένα χέρι στιβαρό, με ένα χαμόγελο που ήθελε να φαίνεται γλυκό αλλά δεν ήταν παρά φρικτό.

– Αγαπάς κάποιον;
– Α! Αφήστε, είπε το νέο κορίτσι, πεθαίνω μέσα στα χέρια σας! Με συνθλίβετε!
– Μα πώς! Κανέναν; συνέχισε ο ιππότης. Α! Θα αγαπήσεις κάποιον, επειδή είμαι ισχυρός εγώ και μπορώ να δίνω την έχθρα και την αγάπη. Να, ας καθήσουμε εδώ, συνέχισε, στην πλάτη αυτής της λευκής σου αγελάδας.

Η αγελάδα πλάγιασε και δάνεισε το πλευρό της. Ο άγνωστος κάθισε στο λαιμό της, κρατώντας με το χέρι του ένα από τα κέρατά της και με το άλλο τη μέση της Ιουλιέτας.
Οι πυγολαμπίδες είχαν σταματήσει, ο ήλιος δεν φώτιζε πια, ηταν σχεδόν νύχτα και το χλωμό και αδύνατο φεγγάρι, πάλευε με το τελευταίο φως της ημέρας.

Η Ιουλιέτα κοίταξε τον ξένο με τρόμο. Το βλέμμα του ήταν φοβερό.

– Αφήστε με! είπε, Α! Αφήστε με, για όνομα του Θεού!
– Του Θεού; επανέλαβε πικρά, και βάλθηκε να γελάσει. Ιουλιέτα, συνέχισε, γνωρίζεις το δούκα Αρθούρο του Αλμαρόες;
– Τον έχω δει μερικές φορές, αλλά είναι σαν κι εσάς, με φοβίζει…Α ! Αφήστε με, αφήστε με σας λέω, να φύγω… Ο πατέρας μου! Α! Άν ήξερε…
– Ο πατέρας σου! Και λοιπόν;..
– Άν ήξερε, σας λέω, ότι με κρατάτε έτσι, βράδυ… Α! Θα σας σκότωνε!
– Σε αφήνω ελεύθερη, Ιουλιέτα, Φεύγω!

Και πήρε το χέρι του που την αγκάλιαζε σφιχτά.
Δεν μπορούσε να σηκωθεί, κάτι την έδενε στην κοιλιά του ζώου που θρηνούσε θλιμμένα και μούσκευε τα χορτάρια με την υγρή γλώσσα του. Τίναζε το κεφάλι του στο χώμα σα να πέθαινε από τον πόνο.

– Λοιπόν, Ιουλιέτα, φύγε! Ποιος σε κρατάει;

Προσπάθησε λίγο ακόμα, αλλά τίποτα δεν τη βοηθούσε να κάνει κάποια κίνηση. Η σιδερένια θέληση της έσπαζε μπροστά στη γοητεία αυτού του ανθρώπου και της μαγικής εξουσίας του.

– Ποιός είστε λοιπόν; του είπε, τί κακό σας έχω κάνει;
– Κανένα… ας μιλήσουμε για του δούκα Αρθούρο του Αλμαρόες. Είναι   πλούσιος κι  όμορφος, έτσι δεν είναι;

Εδώ σώπασε, χτύπησε το μέτωπο του με τα δύο του χέρια: «Α! Ας έρθει! Ας έρθει πιά! »
Και τότε έμειναν έτσι κι δύο πολύ ώρα, το νέο κορίτσι τρομαγμένο και αυτός με το μάτι του καρφωμένο πάνω της, να τη θωρεί άπληστα.

– Είσαι ευτυχισμένη; τη ρώτησε.
– Ευτυχισμένη; Α, όχι!..
– Τι θα ήθελες;
– Δεν ξέρω. Δεν αγαπώ τίποτα, τίποτα δεν μου αρέσει, ειδικά σήμερα. Είμαι πολύ θλιμμένη, και αυτό το βράδυ… , αυτή η κακή σας… Α! Θα τρελαθώ!..
– Δεν είναι αλήθεια, Ιουλιέτα, ότι θα θέλατε να είστε βασίλισσα;
– Όχι!
– Δεν είναι αλήθεια, Ιουλιέτα, ότι αγαπάς τη θρησκεία και τα λιβάνια της, τους ψηλοτάβανους ναούς της,  τους καπνισμένους τοίχους και τα απόκρυφα τραγούδια της;
– Όχι.
– Αγαπάς τη θάλασσα, τα κοχύλια στην ακτή, το φεγγάρι στον ουρανό και τα όνειρα  τις νύχτες;
– Α! Ναι! Τα αγαπώ όλα αυτά.
– Και τί ονειρεύεσαι τις νύχτες, Ιουλιέτα;
– Πού να ξέρω;

Και γλύστρησε σε βαθειά σκέψη.

– Δεν ποθείς μια άλλη ζωή, μακρινά ταξίδια; Δε θα ήθελες να είσαι ροδόφυλλο να κυλάς στον αέρα, να είσαι πουλί που πετά, τραγούδι που χάνεται, κραυγή που ελευθερώνεται; Δεν είναι ο δούκας Αρθούρος όμορφος, πλούσιος και ισχυρός! Κι αυτός αγαπά τα όνειρα, τις θείες εκστάσεις.
   «Α! Ας έρθει! Ας έρθει! συνέχισε ψιθυριστά, Ας έρθει. Θα τον αγαπήσει με μια καυτή, καυτή, ολοκληρωτική αγάπη και θα χαθούν κι οι δυό τους. »

Το φεγγάρι κύλησε κάτω από τα σύννεφα, φώτισε το βουνό, την κοιλάδα και το παλαιό γοτθικό πύργο, που η σιλουέτα του διαγραφόταν στο φως του φεγγαριού, όπως ένα φάντασμα στον τοίχο του νεκροταφείου.

– Ας σηκωθούμε, είπε ο άγνωστος, κι ας περπατήσουμε!

   Ο ξένος άρπαξε την Ιουλιέτα και την έσυρε στα βήματά του. Οι αγελάδες αναπήδησαν, μέσα στους αγρούς, έτρεξαν ταραγμένες η μια μετά την άλλη, έπειτα επέστρεψαν γύρω από την Ιουλιέτα πηδώντας και χορεύοντας. Δεν άκουγε παρά το θόρυβο των βημάτων τους στη γη και τη φωνή του ιππέα με τα χρυσά σπιρούνια, που μιλούσε και μιλούσε με μιά παράξενη φωνή, σαν εκκλησιαστικό όργανο. Για πολύ ώρα βάδισαν έτσι. Ο δρόμος ήταν εύκολος, και βάδισαν γρήγορα στα φρέσκα χορτάρια, που γλιστρούσαν κάτω από τα πόδια τους όπως ο στιλπνός πάγος. Η Ιουλιέτα κουράστηκε, τα πόδια της λύγισαν κάτω από το σώμα της.

– Πότε θα φθάσω; ρωτούσε συχνά.

   Και το μελαγχολικό της βλέμμα ταξίδεψε μέσα στον ορίζοντα, που δεν της προσέφερε παρά ένα βαθύ σκοτάδι. Τελικά αναγνώρισε, μετά από ώρα, την καλύβα του πατέρα της. Ο ξένος ήταν πάντα δίπλα της, δεν μιλούσε πια καθόλου. Μόνο η όψη του ήταν εύθυμη και χαμογελούσε σαν ευτυχής άνθρωπος. Μερικές μόνο λέξεις μιας άγνωστης γλώσσας δραπέτευσαν από τα χείλη του, και τότε δάνεισε το αυτί του προσεκτικά, σιωπηλός με το στόμα μισάνοιχτο.

– Αγαπάς το δούκα Αρθούρο; ρώτησε ακόμη μια φορά.
– Τον γνωρίζω πολύ λίγο, και έπειτα, τί σας νοιάζει;
– Α! Νάτος! της είπε.

   Πράγματι, ένας άνθρωπος πέρασε μπροστά τους. Ήταν γυμνός μέχρι τη μέση, το σώμα του ήταν λευκό όπως το χιόνι, τα μαλλιά του ήταν μπλε και τα μάτια του είχαν μια ουράνια λάμψη.
   Ο άγνωστος εξαφανίστηκε αμέσως.

Η Ιουλιέτα βάλθηκε να τρέχει, και φτάνοντας σε μια πόρτα  ξύλινη, πίσω από έναν φράκτη, κρεμάστηκε στο σιδερένιο ρόπτρο, το χτυπούσε με μανία. Ένας γέρος ήρθε να ανοίξει, ήταν ο πατέρας της.

– Φτωχό μου παιδί, της λέει, από πού έρχεσαι; Έλα μέσα!

Και το νέο κορίτσι αμέσως σωριάστηκε μέσα στο σπίτι, στο οποίο η οικογένειά της την περίμενε αρκετές ώρες  γεμάτες αγωνία. Όλοι φώναξαν χαρούμενα, την αγκάλιασαν, της έκαναν ερωτήσεις, έκατσαν στο τραπέζι γύρω από ένα τεράστιο σιδερένιο τσουκάλι,  πού άχνιζε.

– Έφερες τα γελάδια; τη ρώτησε η μητέρα της.

Και στην καταφατική της απάντηση, της όρισε να πάει να τις αρμέξει. Η Ιουλιέτα βγήκε και επέστρεψε μερικά λεπτά αργότερα, κουβαλώντας ένα τεράστιο τενεκεδένιο κάδο, που με δυσκολία τοποθέτησε στο τραπέζι… αλλά ήταν γεμάτος αίμα.

– Θεέ μου! Αίμα! Φώναξε η Ιουλιέτα και χλωμή, έπεσε στα γόνατα της μητέρας της –                  – Α! Είναι αυτός!
– Ποιος;
– Αυτός, αυτός που με καθυστέρησε.
– Ποιός είναι;
– Δεν ξέρω!

– Εγώ έιμαι, ακούστηκε μια φωνή που ξέφυγε απ’ το βάθος του δωματίου, με ένα γέλιο διαπεραστικό.

Πράγματι ο ξένος και ο δούκας Αρθούρος, ήταν κολλημένοι στον τοίχο.
Ο πατέρας της πήδηξε για το τουφέκι του, που ήταν κρεμασμένο στην καπνοδόχο, και σημάδεψε πάνω τους.

– Έλεος γι’ αυτον! φώναξε η Ιουλιέτα, πέφτοντας ορμητικά γύρω από το λαιμό του.

Αλλά η σφαίρα είχε φύγει. Δεν ακουγόταν πια τίποτα. Τα δύο φαντάσματα Χάθηκαν. Λίγες στιγμές αργότερα, ένα τζάμι έσπασε και μια σφαίρα κύλησε στο πάτωμα.
   Ήταν αυτός, ο Σατανάς, που την είχε επιστρέψει…

VI

 

 

   Όλα αυτά ήταν παράξενα. Υπήρχε εκεί κάποια μαγεία, κάποια παγίδα μαγική.Το γάλα που μεταμορφώθηκε σε αίμα, αυτή η παράξενη οπτασία, η καθυστέρηση της Ιουλιέτας, το φοβισμένο βλέμμα της, η τρεμουλιαστή της φωνή και αυτή η σφαίρα που ήρθε να αναπηδήσει δίπλα τους, εκείνο το αποτρόπαιο γέλιο που είχε ξεφύγει από τον τοίχο, όλα αυτά έκαναν την οικογένεια να χλωμιάσει και να τρέμει. Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο και κούρνιαξαν αμέσως. Η Ιουλιέτα έχωσε το κεφάλι της μέσα στο αριστερό της χέρι, στήριξε τον αγκώνα της επάνω στο τραπέζι, και λύνοντας την κορδέλα που συγκρατούσε τα μαλλιά της, βάλθηκε με μισάνοιχτα χείλη, να σιγοτραγουδά μέσα από τα δόντια της. Μουρμούριζε ένα παλιό πικρό και μονότονο ρεφρέν, το οποίο γλυστρούσε σα σφύριγμα. Λικνίζοταν στην καρέκλα, σα να ήθελε να νανουριστεί με ήχο της φωνής της, το βλέμμα της ήταν κενό και τα μάτια της μισόκλειστα. Υπήρχε, νωχελική και ονειροπόλα.
   Οι άλλοι την άκουγαν έκπληκτοι, να σιγοψιθυρίζει τους ίδιους πάντα οξείς και αδύναμους ήχους, το ίδιο βούισμα. ώσπου σιγά – σιγά άρχισε να χαμηλώνει και να γίνεται τόσο ασθενές και άτονο, που έσβηνε πριν καν αφήσει το στόμα της.
   Η νύχτα πέρασε έτσι, θλιμμένη και ατελείωτη. Κανένας δεν τολμούσε να κινηθεί από τη θέση του, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει ούτε να κοιτάξει προς τα πίσω. Ο γέρος αποκοιμήθηκε βαθειά μέσα στην ξύλινη πολυθρόνα του, η γυναίκα του έκλεισε γρήγορα τα μάτια της από φόβο και πλήξη. Όσο για τους δυό γιούς του, χαμήλωσαν το κεφάλι μέσα στα χέρια τους και αναζήτησαν έναν ύπνο που δεν ήρθε παρά πολύ αργότερα, ταραγμένος από όνειρα τρομακτικά.
   Ήταν θέαμα παράξενο να βλέπει κανείς όλα αυτά τα νυσταλέα πρόσωπα, συγκεντρωμένα γύρω από ένα φως που αργοπεθαίνει, που φώτιζε τα μέτωπά τους, χλωμά και πένθιμα. Το πρόσωπο του πατέρα ήταν σοβαρό, το στόμα του μισάνοιχτο, το μέτωπό του καλυμμένο με τα λευκά μαλλιά του, και τα ισχνά του χέρια στηριγμένα στους μηρούς του. Η γριά γυναίκα του, που καθόταν μπροστά του, γύριζε καμιά φορά  το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι η όψη της ήταν ζαρωμένη από μια παράξενη έκφραση δυστυχίας και της πικρίας.
   Υπήρχε και η χλωμή και γαλήνια όψη της Ιουλιέτας, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της που χαιδευαν το τραπέζι, το μονότονο τραγούδι της που σφύριζε ανάμεσα από τα λευκά της δόντια, και το γλυκό και  μεθυστικό βλέμμα της. Δεν αποκοιμήθηκε, αλλά πέρασε τις ώρες νύχτας της ακούγοντας το θρηνώδες μουγκριτό της λευκιάς αγελάδας της, που μέσα στο στάβλο τους, υπέφερε εξίσου, το φτωχό ζώο, που ψυχομαχούσε στο υγρό από τον ιδρώτα αχυρόστρωμα του.
   Κάποτε, η ημέρα έφτασε και η Ιουλιέτα βγήκε να την πάει για βοσκή στους αγρούς, κι είχε στο λαιμό της το αποτύπωμα μιας γρατσουνιάς.
   Βγήκε, ανέβηκε στο λόφο με γρήγορο βήμα. Σαν έφτασε στη στάνη, κάθησε, αλλά οι άκρες των ρούχων της και των ποδιών της έσταζαν. Είχε περπατήσει μέσα στη δροσιά, άλογη και νυσταγμένη συνάμα. Έτρεχε και σταματούσε ξαφνικά, έφερνε το χέρι στο μέτωπό της, και κοίταζε παντού, μήπως ερχόταν. Αυτός! Γιατί τον αγαπούσε, το φτωχό παιδί! Αγαπούσε έναν άρχοντα πλούσιο, έναν ισχυρό Λόρδο, που ήταν όμορφος καβαλάρης, είχε μάτια υπερήφανα και ένα χαμόγελο υπεροπτικό, αγαπούσε κάποιον άνθρωπο παράξενο, κάποιον άγνωστο, έναν ενσαρκωμένο δαίμονα, ένα πλάσμα, πίστευε, τόσο ανώτερο και τόσο ποιητικό.
   Όχι! Τίποτα απ’ όλα αυτά, γιατί αγαπούσε το δούκα Αρθούρο του Αλμαρόες.
   Άλλοτε, βυθιζόταν μέσα στις ονειροπολήσεις της, χαμογελώντας πικρά, σα να αμφέβαλλε για το μέλλον, και ύστερα τον σκεφτόταν, τον δημιουργούσε εκεί με τη φαντασία της, καθισμένο στα γεμάτα δροσοσταλίδες χορτάρια, δίπλα της. Ήταν εκεί, εκεί, λέγοντας της γλυκόλογα, κοιτώντας την σταθερά με το ισχυρό του βλέμμα. Η φωνή του ήταν γλυκειά, καθάρια, και παλλόμενη από έρωτα. Ήταν μια πρωτόγνωρη,  θαυμάσια μουσική. Έμεινε έτσι για πολύ ώρα, με τα μάτια σταθερά καρφωμένα στον ορίζοντα που της φαινόταν τόσο θλιβερός, ανόητος,  άδειος από κάθε νόημα.
   Το βράδυ έφθασε επιτέλους, μετά από αυτήν τη μακριά αγωνιώδη ημέρα, και την  ατελείωτη νύχτα, που είχε προηγηθεί.
   Η Ιουλιέτα έμεινε αρκετά μετά το ηλιοβασίλεμα, κι ύστερα επέστρεψε. Κατέβηκε αργά το βουνό, σταματώντας σε κάθε  βήμα για ν’ ακούει ξωπίσω της, όμως δεν άκουγε παρά τον τζίτζικα που έτριζε κάτω από τα χόρτα, και το γεράκι που επέστρεφε στη φωλιά του πετώντας γρήγορα.
   Βάδιζε έτσι λυπημένη και απελπισμένη, με το κεφάλι πεσμένο στο πλημυρρισμένο από στεναγμούς στήθος της, κρατώντας στο αριστερό της χέρι το υγρό σχοινί, που’ σερνε την φτωχή αγελάδα, η οποία χώλαινε απο τα δεξιά. Ήταν ακριβώς εκεί που ο Σατανάς είχε καθίσει.
   Σαν έφτασε στο μέρος που ο άγνωστος την είχε αφήσει, την  προηγούμενη ημέρα, και που ο δούκας Αρθούρος είχε εμφανιστεί, σταμάτησε ενστικτωδώς, κράτησε σφιχτά την αγελάδα της, που αντιστεκόμενη, την παρέσυρε μερικά βήματα.
   Ο Αρθούρος εμφανίστηκε ξαφνικά, εκείνη χαλάρωσε το σχοινί, και η αγελάδα βάλθηκε να χοροπηδάει και να καλπαζει προς το σταύλο της.
   Η Ιουλιέτα τον κοίταξε με αγάπη, με επιθυμία, με ζήλια. Εκείνος την προσπέρασε κοιτάζοντας την, σαν να κοίταζε  το δάσος, τον ουρανό, τους αγρούς. Τον φώναξε με το όνομά του. Ήταν κωφός στις κραυγές της, όπως και στο βέλασμα του προβάτου, το τραγούδι του πουλιού, στα γαβγίσματα του σκύλου.

– Αρθούρε, του είπε απελπισμένα,, Αρθούρε! Α! Αρθούρε, άκουσε!

Και έτρεξε στα βήματά του, και κρεμάστηκε στα ρούχα του, κάτι ψέλισε μέσα από τους λυγμούς της. Η καρδιά της χτυπούσε με  βία, έκλαιγε από αγάπη και λύσσα. Υπήρχε τόσο πάθος στις κραυγές της, μέσα σε αυτά τα δάκρυα της, μέσα στο στήθος της που βαριανάσαινε, τόσο πάθος μέσα σε αυτό το αδύναμο και αιθέριο πλάσμα, που σέρνοταν με τα γόνατα στο χώμα. Όλα αυτά απέιχαν από τις φωνές μιας γυναίκας για μια σπασμένη πορσελάνη, το βέλασμα του προβάτου, από το  τραγούδι του πουλιού, το γάβγισμα του σκυλιού, που ο Αρθούρος σταμάτησε. Την κοίταξε για μια στιγμή… και έπειτα συνέχισε το δρόμο του.

– Α! Αρθούρε, άκουσε με μια στιγμή, για τ’ όνομα του Θεού! Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ! Α! Έλα μαζί μου, να πάμε να ζήσουμε μαζί στη θάλασσα, μακρυά από εδώ, ή ακόμη καλύτερα! να σκοτωθούμε μαζί.

Ο Αρθούρος συνέχισε το δρόμο του.

– Άκουσε, Αρθούρε! Κοίταξέ με, επιτέλους! Είμαι λοιπόν τόσο άσχημη, τόσο αποκρουστική; Δεν είσαι λοιπόν άνθρωπος εσύ, είναι η καρδιά σου κρύα σαν το σκληρό μάρμαρο, όπως η πέτρα;!

Έπεσε γονατιστή στα πόδια του, γκρεμίστηκε στην πλάτη της σαν να ήταν να πεθάνει. Πέθαινε, πράγματι, από εξάντληση και κούραση, βασανιζόταν από απελπισία, ήθελε να ξεριζώσει τα μαλλία της, και ύστερα έκλαιγε με ένα προσποιητό χαμόγελο, με λυγμούς που έπνιγαν τη φωνή της. Τα γόνατά της σχίστηκαν και γέμισαν αίμα, από το σύρσιμό της στα χαλίκια. Αγαπούσε με μια ολοκληρωτική αγάπη που ξεσχίζει, μια αγάπη σατανική. Αυτή η αγάπη την καταβρόχθιζε συνεχώς, ήταν εξαγριωμένη, θυελλώδης, γεμάτη πάθος.
   Ήταν, αλήθεια, μια αγάπη, εμπνευσμένη από την κόλαση, με όλες αυτές  τις φοβερές κραυγές, αυτή την καυτή φωτιά που ξεσχίζει την ψυχή, κατατρώει την καρδιά. Ένα αναγκαστικό, ακατάσχετο, σατανικό πάθος, τόσο παράξενο στην έκφανσή του, τόσο ισχυρό, που γινόταν παράλογο.

– Αύριο, έτσι, Α!, Αρθούρε! Μια χάρη! μια χάρη! και θα σου δώσω εγώ η ίδια μετά, το αίμα μου, η ζωή μου,την ψυχή μου, την αιωνιότητα εάν την είχα! Σκότωσέ με άν θέλεις, αλλά έλα αύριο! Αύριο στον απότομο βράχο… Α! εντάξει; Στο φως του φεγγαριού… Τί όμορφο πράγμα μια νύχτα έρωτα στους βράχους, στο ήχο των κυμάτων, δεν είναι, Αρθούρε; … Αύριο;

Και άφησε να πέσει νωχελικά από τα περιφρονητικά του χείλη μια λέξη:

– Αύριο!

 

 

VII

 

 

–  Αύριο! Α! Αύριο! Και έτρεξε σαν τρελή προς τον απότομο βράχο. Δεν την ξαναείδαν πια μέσα στο χωριό, χάθηκε από τη χώρα.

Ο Σατανάς την είχε πάρει.

VIII

 

 

Ήταν νύχτα, το φεγγάρι έλαμπε καθάριο και λευκό. Σαν καθάρισε από τα σύννεφά του, ο φως του έλαμψε στο γραφείο του Αρθούρου, που μόλις είχε αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. Έσκυψε στo σιδερένιo κιγκλίδωμα και ρουφούσε με απόλαυση το φρέσκο αέρα της νύχτας. Άκουσε πάλι αυτόν το θόρυβο των λεπτών και ελαφρών ποδιών στις πλάκες του καμινιού, και στράφηκε προς τα εκεί. Ήταν πιό χλωμός ο Σατανάς,όμως, αυτή τη φορά, κι ακόμη πιό φοβερός. Τα πλευρά του είχαν αδυνατήσει, και από το μισάνοιχτο στόμα του διακρίνονταν τα  δόντια του, πρασινωπά, σαν τη χλόη των τάφων.

– Λοιπόν, Σατανά, του είπε ο Αρθούρος, είναι τώρα τάχα αλήθεια ότι κάποια αγαπώ; Νομίζεις ότι συγκινήθηκα από αυτές τις κραυγές, από τα δάκρυα και από αυτά τα τραβηγμένα καμώματα;
– Πραγματικά, του απάντησε ο δαίμονας τρέμοντας στα τέσσερα πόδια του, πραγματικά εσύ είναι λοιπόν τελείως αναίσθητος! Την άφησες να πεθάνει;
– Πέθανε; ρώτησε ο Αρθούρος κοιτάζοντας τον ψυχρά.
– Όχι, αλλά σε περιμένει.
– Με περιμένει;
– Ναι, στο γκρεμό. Δεν της το υποσχέθηκες; Είναι εκεί πολύν καιρό, σε περιμένει.
– Καλά λοιπόν, θα πάω.
– Θα πάς; Στο ζητώ, Αρθούρε, δεν σου ζητώ παρά αυτήν την τελευταία χάρη. Μετά, θα μπορείς να μου κάνεις ό, τι σου αρέσει, θα σου ανήκω.
– Και τι θέλεις να κάνω;
– Νομίζεις οτι με ενδιαφέρει τόσο η ψυχή σου; Θα την αγαπήσεις, σου λέω… Αρθούρε, δε μου είπες ότι θα ήθελες να νοιώσεις πάθος, μια ισχυρή και καυτή αγάπη, αλλίωτικη από τις άλλες; Ε, λοιπόν, θα την έχεις αυτήν την αγάπη… Όμως εγώ, με τη σειρά μου, έτσι;.. Θα μου δώσεις την ψυχή σου;
– Δεν έχω.
– Έτσι πιστεύεις, αλλά έχεις, επειδή είσαι άνθρωπος και θα αγαπήσεις.

Ο Σατανάς,  συνηθισμένος να συναντά τόση υπερηφάνεια και ματαιοδοξία, που δεν πίστευε άλλο από αυτό. Η δυστυχία δεν βλέπει παρά την αμαρτία, ο πεινασμένος δεν αισθάνεται παρά την πείνα.

– Ανθρωπος εγώ; Σατανά! είπε, έχεις δει ανθρώπους που να μπορούν να πετάξουν μέσα στους αέρηδες μέχρι τα σύννεφα; – και άνοιξε τα πράσινα φτερά του – έχεις δει μαλλιά όπως αυτά; – και έδειξε την μπλε κώμη του. – Έχεις δει κανέναν από αυτούς με λευκό σώμα σαν το χιόνι, χέρι ισχυρό όπως  αυτό, Σατανά – και του έσφιγξε δυνατά το δέρμα ανάμεσα στα νύχια του – τελικά, υπάρχει κάποιος που τολμά ποτέ να σε προσβάλει έτσι; Εφόσον επιθυμείς την ψυχή μου, σκότωσέ αμέσως, σύντριψε το κεφάλι μου μέσα στα δόντια σου, γδάρε με με τα νύχια σου κι έπειτα κοίτα να δεις εάν είμαι άνθρωπος.

Κι ο  Σατανάς χοροπηδούσε στο λιθόστρωτο, άφριζε από τη λύσσα του και, με τα νευριασμένα πηδήματά του, χτυπούσε τη ράχη του στο ταβάνι. Ο Αρθούρος ήταν γαλήνιος.

– Σατανά, του είπε, είσαι πράγματι, εξαιρετικά ισχυρός, αισθάνομαι ότι μπορείς να  με καταστρέψεις μ’ ένα μόνο χτύπημα. Προσπάθησε, προσπάθησε, Α! Έλεος, σκότωσέ με! … Ναι, έχω ψυχή, στη δίνω την ψυχή μου. Σκότωσέ με, είναι εύκολο για σένα, επειδή δεν είμαι παρά άνθρωπος.

Ο δαίμονας πήδησε στο λαιμό του με μια τρομακτική κραυγή που βγήκε από τα σωθικά του. Θέλησε να τον αρπάξει, το δέρμα του Αρθούρου γλίστρησε κάτω από τα δόντια του. Ο Αρθούρος πρόταξε το στήθος, ο Σατανάς εκσφενδονίστηκε μ’ ένα εξαγριωμένο σάλτο, με νύχια προτεταμένα, ξανάπεσε χωρίς να μπορεί να αγγίξει την επιδερμίδα του αντιπάλου του, που ήταν άθικτη και ανέπαφη. Χοροπηδούσε με μανία, θολωμένος, ένα βραχνό γάβγισμα έτρεξε στα καταματωμένα χείλη του, τα μάτια του έβγαζαν φωτιές;
   Ο Αρθούρος έπεσε στο χώμα, κι άνοιξε τα φτερά του. Ο Σατανάς γλιστρούσε επάνω του, σερνόταν, κυλιόταν, άνοιγε το στόμα να τον κατασπαράξει, τα νύχια του θα έσκιζαν και βράχο. Έβγαζε σάλια, λαχανιάζοντας, κόκκινος από θυμό: για πρώτη φορά βρισκότανε ηττημένος. Κι ο άλλος… ο άλλος γελούσε μαλακά, και αυτό το γέλιο το ειρηνικό ήταν φωτεινός, εκρηκτικό κι  είχε μέσα του τον ήχο του σιδήρου. Η δυνατή ανάσα, που ξέφευγε από το λαιμό του απωθούσε το Σατανά, όπως η βίαιη δόνηση μιας καμπάνας, που χτυπά συναγερμό, αναπηδώντας στο καμπαναριό, ουρλιάζοντας, τραντάζοντας τις κολώνες, κάνοντας τονν τρούλο να γκρεμιστεί.
   Άξιζε να δει κανείς αυτά τα δυο παράξενα πλάσματα, στην αναμέτρησή τους, η μια πνευματική, σαρκική και θεία η άλλη μέσα στην ύλη της. Άξιζε να δει την πάλη της ψυχής και του σώματος και αυτή η ψυχή, αυτό το καθαρό και εναέριο πνεύμα, να έρπει ανίσχυρο και αδύνατο μπροστά από τη θανατερή υπεροψία της τραχιάς και ανόητης ύλης.
   Αυτά τα δύο τέρατα της δημιουργίας, υπήρχαν για να μισηθούν και να πολεμήσουν.          Ήταν ένας πόλεμος γεμάτος πείσμα, μέχρι θανάτου, ένας φοβερός πόλεμος… που έπρεπε να τελειώσει μεταξύ τους, όπως και στους ανθρώπους… με αμφιβολία και με θλίψη.
   Ήταν δύο τόσο διαφορετικές δυνάμεις που μάχονταν σώμα με σώμα. Το πνεύμα κατέρευσε από εξάντληση, αποκαρδιωμένο μπροστά στην υπομονή του σώματος.
   Και ήταν σπουδαίες και θαυμάσιες, αυτές οι δύο υπάρξεις, που αν τις έβαζες μαζί, έφτιαχναν έναν Θεό, το πνεύμα του κακού και η δύναμη της ισχύος!
   Αυτή η πάλη ήταν τόσο φοβερή και ισχυρή, με τις κραυγές της κόλασης, με αυτά τα εξαγριωμένα γέλια, που όλο το ερειπωμένο κτίριο έτρεμε κάτω από τα πόδια τους, όπως οι πέτρες του μετακινούνταν όπως σαν σε όνειρο!
   Τέλος, ο Σατανάς αφού είχε κουραστεί από τα πολλά χοροπηδητά, ξαναπεσε στο χώμα, με μάτια θολά, δέρμα υγραμένο από έναν ιδρώτα παγωμένο και με νύχια σπασμένα. Αφού ο Αρθούρος τον παρατήρησε κάμποση ώρα, εξαντλημένο από λύσσα και θυμό, να σέρνεται θλιβερά στα πόδια του, αφού απόλαυσε αρκετά τη βαριανάσα του να δραπετεύει από το στήθος του, αφού μέτρησε τους βασνισμένους αναστεναγμούς του, που δεν μπορούσε να συγκρατήσει πια και που του συνέτριβαν την καρδιά, τότε ο Σατανάς αφού συνήλθε από τη βαριά ήττα του, σήκωσε το ζαλισμένο κεφάλι του προς το νικτή, ξαναβρήκε και πάλι το βλέμμα αυτής της μηχανής κρύο και απαθές, που έμοιαζε να χαμογελάει με περιφρόνηση.

– Κι εσύ, του είπε ο Αρθούρος, αφέθηκες να νικηθείς σαν άνθρωπος… Από περηφάνεια! Πιστεύεις τώρα, οτι είπα την αλήθεια;
– Ίσως δεν είσαι άνθρωπος, είπε ο Σατανάς… αλλά έχεις ψυχή…
– Εντάξει λοιπόν, Σατανά, θα πάω αύριο στον γκρεμό.

Την επόμενη μέρα, όταν ο θυρωρός έκανε την συνηθισμένη βόλτα του στους διαδρόμους, βρήκε ότι οι πλάκες ήταν ξυλωμένες και γδαρμένες από κάποιο σιδερένιο νύχι. Ο  άνθρωπος τρελάθηκε.

 

 

ΙX

 

 

   Η Ιουλιέτα περίμενε το δούκα, τον περίμενε μέρα νύχτα, τρέχοντας πάνω στους βράχους, τον περίμενε κλαίγοντας, τον περίμενε τέσσερα χρόνια. Γιατί ο καιρός περνά γρήγορα μέσα σε μια αφήγηση, μέσα στη σκέψη. Κυλά γοργά στις θύμησες, αλλά είναι αργός και κουτσός σαν ελπίζεις για κάτι.
   Την ημέρα, περιφερόταν στην παραλία, άκουγε τη θάλασσα και κοίταζε τριγύρω αν ερχόταν και όταν ο ήλιος είχε κάψει τους βράχους, τότε εξαντλημένη, σωριαζόταν από την κούραση, κοιμόταν πάνω στην άμμο, και έπειτα σηκωνόταν να πάει να μαζέψει φρούτα, να βρει το ψωμί, που κάποιες φιλάνθρωπες ψυχές άφηναν μέσα σε μια χαραμάδα στους βράχους.
   Τη νύχτα περιφερόταν στους γκρεμούς, περιπλανώμενη έτσι με τα μακριά λευκά ρούχα της, μαλλιά ανάκατα, και κραυγές οδυνηρές. Έμενε καθισμένη ώρες ολόκληρες με ένα λίκνισμα δυνατό, χαμένη στο φως του φεγγαριού, τα κύματα που σπάζαν  πεθαίνοντας στην ακρογιαλιά, λευκαφρίζοντας ανάμεσα στα βράχια και τα βότσαλα.
   Φτωχή τρελή! έλεγαν, τόσο νεα και τόσο όμορφος! είκοσι χρονών… και τόσο απελπισμένη! … Παναγία μου! είναι δικό της το σφάλμα, είναι τρελή από αγάπη, από αγάπη για έναν πρίγκηπα. Είναι η περηφάνεια της, που την έχει χάσει, έχει δοθεί στο Σατανά.
   Ναι, τόσο τρελή, πράγματι, να αγαπήσει το δούκα Αρθούρο, καθόλου να μην πνίγει την αγάπη της, τόσο τρελή που να μην σκοτώνεται από απελπισία. Όμως, πίστευε στο Θεό και δεν σκοτωνόταν.
   Είναι αλήθεια, ότι συχνά αγνάντευε τη θάλασσα και τον γκρεμό, που υψωνόταν στα εκατό πόδια , και τότε γελούσε δυνατά, με ένα μορφασμό στα χείλη, που έκανε τα παιδιά να φοβούνται. Τόσο θεότρελη, ώστε να τη σταματά μια ιδέα, να πιστεύει στο Θεό, να Τον σέβεται, να υποφέρει για χάρη Του, να κλαίει γι’ Αυτόν.

-Να πιστεύεις στο Θεό, Ιουλιέτα, είναι να είσαι ευτυχής. Εσύ πιστεύεις και υποφέρεις! Α! Είσαι τόσο θεότρελη, αλήθεια! Να, τι θα πουν οι άνθρωποι.

Όμως όχι, την απελπισία διαδέχτηκε η αδυναμία, τις εξαγριωμένες κραυγές τα δάκρυα. Δεν υπήρχαν πια οι αναλαμπές της φωνής, οι βαθιοί αναστεναγμοί, αλλά ψίθυροι κρατημένοι στις άκρες των χειλιών, που τους συγκρατεί ο φόβος του θανάτου.
   Τα μαλλιά της ήταν πάλλευκα, επειδή η δυστυχία γερνά. Μοιάζει με το χρόνο, τρέχει γρήγορα, είναι βαριά και χτυπά επιβλητικά.  Κι ακόμη, λιγότερα δάκρυα στην απελπισία ενός ανθρώπου φτάνουν να τον λιώσουν, παρά σταγόνες της βροχής στη θύελλα, να σκάψουν την πέτρα ενός τάφου. Έτσι, τα μαλλία λευκαίνονται σε μια νύχτα.
   Τα μαλλία της  ήταν πια λευκά, τα ρούχα της σκισμένα, τα πόδια της είχαν σκληρύνει, να περπατούν γυμνά στη γη, να γδέρνονται στους θάμνους και τ’ αγκάθια. Τα χέρια της σκασμένα από το κρύο και από τον άγριο αέρα του ωκεανού, που ξηραίνει και καίει,  όπως οι παγωνιές του Βορρά. Κι ήταν χλωμή, κάτισχνη, με μάτια σκοτεινά και βουλιαγμένα,  που τα ζωντάνευε ακόμη μια αχτίδα αγάπης, τα φώτιζε μια κολασμένη σπίθα. Το στόμα της μισάνοιχτο από έναν ακούσιο μορφασμό των χειλιών. Είχε, όμως, πάντα το χρυσό χρώμα στο δέρμα της, το ηλιοκαμμένο, είχε πάντα αυτό το παράξενο βλέμμα που θέλγει, το προσελκυστικό. Ήταν πάντα αυτή η θαυμάσια και παθιασμένη ψυχή, που ο Σατανάς είχε διαλέξει για να δελεάσει τη νεκρή από αισθήματα ύλη, το σώμα που στερούταν προορισμό, τη σάρκα δίχως ευχαρίστηση.
   Κάθε που έβλεπε έναν άνδρα, έτρεχε προς αυτόν, ρίχνόταν στα πόδια του, τον αποκαλούσε Αρθούρο, κι έπειτα απομακρυνόταν λυπημένη, απελπισμένη, λέγοντας: «Δεν είναι αυτός! Δεν έρχεται! »

Και έλεγαν: Α! Η φτωχή τόσο νέα και τόσο όμορφη, η άμοιρη τρελή, είκοσι χρονών… χωρίς ελπίδα πιά!

Ήταν μια νύχτα όμορφη, ολόλευκη, αστροφωτισμένη νύχτα, γαλανόχρωμη, ήμερη σαν τη θάλασσα, ήρεμη και γλυκιά, χτυπούσε ελαφρά στα βράχια του γκρεμού.
   Η Ιουλιέτα ήταν εκεί, πάντα ονειροπόλα και μοναχική και τότε, ίσως μέσα σε όνειρο, Ο Αρθούρος εμφανίστηκε.

Ο Αρθούρος! Α! Πάντα ψυχρός, πάντα γαλήνιος.

– Σε περιμένω, του είπε η Ιουλιέτα. Είμαι πολύ καιρό εδώ, στο μέρος της συνάντησής μας!

Η φωνή της έτρεμε.

– Κάθισε κοντά μου, πάνω στο βράχο,Αρθούρε μου, κάθισε. Τί θέλεις; Το φεγγάρι είναι όμορφο, τ’ αστέρια λάμπουν, η θάλασσα είναι ήρεμη, είναι όμορφα εδώ. Αρθούρε… Α! Κάθισε, σε παρακαλώ…

Ο Αρθούρος ξάπλωσε δίπλα της.

– Τί με θέλεις, Ιουλιέτα, τη ρώτησε, γιατί είσαι πιό λυπημένη από τις άλλες γυναίκες;      Γιατί μου ζήτησες να έρθω εδώ;
– Γιατί; … Ω! Αρθούρε… Σ’αγαπώ!
– Δηλαδή;
– Δηλαδή; όταν σε κοιτάζω έτσι,να , με αυτό το χαμόγελο – και πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση του – όταν αισθάνεσαι την αναπνοή μου, όταν τα μαλλία μου χαιδεύουν το στόμα σου, πες μου λοιπόν, δεν αισθάνεσαι εκεί, στο στήθος, κάτι που χτυπά, κάτι που ανασαίνει;
– Όχι! όχι! Μα εσύ είσαι γυναίκα, εσύ, εσύ έχεις ψυχή, ναι, καταλαβαίνω. Εγώ, δεν έχω ψυχή- κοίταξε με υπερηφάνεια – και τί είναι ψυχή, Ιουλιέτα;
– Δεν ξέρω … μα σ’αγαπώ! Α! Η αγάπη! Η αγάπη, Αρθούρε, κοίτα, ασπρίζει τα μαλλιά, σαν τα δικά μου.

Τον κοίταξε, σύρθηκε στο στήθος του, τον γέμισε φιλιά και  χάδια. Αυτός έμενε πάντα απαθής, σ’ αυτά τα αγκαλιάσματα, ψυχρός στα φιλιά.
   Θα έπρεπε να δει κανείς αυτήν την γυναίκα, να εξαντλείται από πάθος, σπαταλώντας ό, τι είχε, πάθος, έρωτα, ποίηση, τη ζέση της που την καταβροχθίζει και την  λιώνει, για να ζωντανέψει το ληθαργικό σώμα του Αρθούρου, που έμενε νεκρό σε αυτά τα καυτά χείλη, σε αυτά τα νευρικά χέρια, σαν το άγγιγμα κάποιας τραχιάς σαύρας.
   Η Ιουλιέτα,  έτρεμε από έρωτα, όπως ο Σατανάς από λύσσα και θυμό.
   Πέρασε πολλές ώρες, ακουμπώντας στα μάγουλα  του Αρθούρου, που κοίταζε τον γαλάζιο ουρανό και σκεφτόταν κι αυτός δίχως άλλο θαυμάσια όνειρα, αγάπες, χωρίς να σκέφτεται τι είχε εκεί, μπροστά του, μέσα στα μπράτσα του, μια ουράνια πραγματικότητα, μια σπάνια αγάπη, έναν έρωτα φλογερό εκρηκτικό.
   Ιουλιέτα! Την άφησε να πέσει εξαντλημένη. Ύστερα έκανε μια τελευταία προσπάθεια… και έτρεξε προς τους ψηλούς γκρεμούς και όρμησε με ένα μόνο πήδημα. Ησύχασαν όλα για μερικά δευτερόλεπτα κι ο Αρθούρος άκουσε το θόρυβο ενός βαριού σώματος που πέφτει στο νερό. Και η νύχτα ήταν όμορφη, απόλυτα γαλήνια, όλη χρωματισμένη με γαλάζιο χρώμα όπως η θάλασσα,  γλυκιά, ήρεμη και τα κύματά έσβηναν μαλακά στην αμμουδιά, κυλούσαν, χάνονταν και έφερναν στην ακτή κοχύλια, και συντρίμια των καραβιών.

Ένα κύμα κύλησε αργά, ανέβηκε ψηλά στην παραλία, έπειτα υποχώρησε κι επέστρεψε ξανά, φέρνοντας κάτι βαρύ και μεγάλο.
Ήταν ένα πτώμα μιας γυναίκας.

– Και λοιπόν; Είπε ο Αρθούρος, κοιτάζοντας το Σατανά.

Και σαν αυτός είδε το μέτωπό του πάντα χλωμό και ήρεμο, τα μάτια του στεγά, χωρίς δάκρυα.

– Όχι! Όχι! δεν έχεις ψυχή, έκανα λάθος, συνέχισε, κοιτάζοντας τον με ζήλια. Θα πάρω όμως αυτήν.

Κι αγκύστρωσε το πόδι του το αγκυλωτό, μέσα στο λαιμό του πτώματος.

 

 

Χ

 

 

Και αρκετοί αιώνες πέρασαν.
Η γη κοιμόταν εναν ύπνο ληθαργικό, Θόρυβος κανένας στην επιφάνειά της. Δεν ακούγονταν παρά τα νερά του ωκεανού που έσπαζαν αφρίζοντας στους βράχους. Ήταν άγρια, πηδούσαν στον αέρα στροβιλίζονταν κι η όχθη αναδευόταν από τις δονήσεις τους, σαν να βρίσκονταν ανάμεσα στα χέρια ενός γίγαντα. Μια ψιλή και άφθονη βροχή σκοτείναζε τον αμφίβολο φωτισμό του φεγγαριού, ο άνεμος τσάκιζε το δάσος, και οι ουρανοί δίπλωναν κάτω από την αναπνοή τους, σαν καλάμι στο αεράκι της λίμνης.
   Μέσα στον αέρα, περιπλανιώταν ένας παράξενος ήχος δακρύων και αναφιλητών, θα’ λεγε κανείς από το ψυχοράγημα ενός κόσμου.

Και μια φωνή βγήκε από τη γη και είπε:

– Αρκετά! Αρκετά! Αρκετά εως τώρα έχω υποφέρει κι έσκυψα το κεφάλι, αρκετά! Α! Έλεος! Μη δημιουργείς πιά άλλο κόσμο!

Και μια γλυκιά, καθαρή, μελωδική φωνή, σα φωνή αγγέλων έπεσε πάνω στη γη και είπε:

– Όχι! Όχι! Δε θα υπάρξει πιά άλλος κόσμος, στην αιωνιότητα!

 

 

(1837)