Οι διαβασεις και οι βλακες

bar

Είναι απόγευμα και περπατώ παράλληλα στην κεντρική λεωφόρο της περιοχής μου. Συνήθως για δουλειές ή βόλτα με το σκύλο ή πηγαίνοντας για ψώνια. Φτάνει η ώρα που πρέπει να διασχίσω το δρόμο απέναντι. Απέναντι! Έχω, λοιπόν, δύο επιλογές. Η μία είναι να περάσω από το σημείο ακριβώς που βρίσκομαι και η άλλη είναι να πάω μέχρι την επόμενη διάβαση και να περάσω από εκεί. Αποφασίζω για ευνόητους λόγους να πράξω το δεύτερο. Μου αρέσει να κάνω το θεωρητικά σωστό και λογικό. Γιατί φίλε αναγνώστη, είναι και νόμιμο και σωστό και λογικό να περνάμε από τη διάβαση, αφού κάτι τέτοιο δημιουργεί μια οργάνωση στις μετακινήσεις μας και μια ασφάλεια σε εμάς, αυτούς που αγαπάμε και δε θέλουμε να πάθουν κάτι κακό και όλους τους άλλους.

Βέβαια, το θέμα είναι πως αυτό ισοδυναμεί και βέβαιο θάνατο, μιας και οι Έλληνες οδηγοί θεωρούν πως το πορτοκαλί στο φανάρι είναι η εντολή “γκάζωσε και πέρνα” και η διάβαση είναι ένας χώρος σα μιά άλλη μια εκδοχή του παλιού παχνιδιού στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, το Carmageddon. Διασχίζεις διάβαση; Πρέπει να τιμωρηθείς και να σκοτωθείς δια του οχηματικού θανάτου. Αν καταφέρεις να περάσεις, αισθάνεσαι τυχερός που επέζησες, ευγνώμων προς τους οδηγούς που σου “επέτρεψαν” να μην πατηθείς από τα άγρια και ανεξέλεγκτα οχηματά τους και βιασμένος από τους ίδιους ανθρώπους που πριν ευγνωμωνούσες. Λες, “Δε γαμιέται; Επέζησα και σήμερα. Αρκεί να μπορέσω να το ξανακάνω και στην επιστροφή”.

“Παραλογισμός σε όλο του μεγαλείο”, λες. Και παίρνεις το αυτοκίνητο, να πας για δουλειές, το σκύλο στον κτηνίατρο ή για ψώνια. Και πλησιάζεις στη διάβαση. Σκέφτεσαι, “Μην κάνω κι εγώ τις ίδιες μαλακίες. Να αφήσω τους ανθρώπους να περάσουν, ασφαλείς”. Σταματάς πριν την άσπρη γραμμή και τους κάνεις ένα σκριν αμυντικό για να περάσουν οι πεζοί για lay up. Και εκείνη την ώρα βλέπεις τον έναν να περνάει 5 μέτρα δίπλα από τη διάβαση, τον άλλο να σέρνεται σα ξεχασμένος στην έρημο, μιλώντας στο κινητό ή σε κάποιο φίλο.

Ε, δε θέλει πολύ για να καταλάβουμε τι πάει στραβά με την εικόνα. Οι μεν οδηγοί δε σέβονται τους πεζούς, αφού εκείνοι έχουν τη δύναμη της λαμαρινένιας εκτόπισης και δε σταματώ, δε σταματώ να αδηγώ, θρύλε ολέ μου, ολυμπιακέ μου και οι πεζοί, αφού θεωρητικά με το λογικό του “στο χωριό μου έχω πάντα εγώ προτεραιότητα”, περνούν όποτε θέλουν, όπως θέλουν κι από όπου θέλουν. Γενικά, μια ασέβεια που σε κάνει να θέλεις να τους στήσεις όλους στη σειρά και να τους σφαλιαρίσεις με μία κίνηση.

Κι εντάξει, κάποια στιγμή θα έπρεπε να σταματήσουμε να ζούμε ευκαιριακά και στη δίνη του ό,τι αρπάξει ο κώλος μας, γιατί είναι πολύ ευκολονόητο το τι θα συμβεί που κάποιος σε ένα από αυτά τα συνηθισμένα ατυχήματα στο δρόμο μεταξύ πεζών και οδηγών, βρεθεί κάποιος από εμάς ή από αυτούς που αγαπάμε και δε θέλουμε να πάθουν κάτι κακό ή τους άλλους.

Δεν υποστηρίζω σε κανένα σημείο πως η υποδομή είναι αυτή που θα έπρεπε να έχουμε και πως όλα είναι έτοιμα για απογείωση, σαν το Τομ Κρουζ στο Τοπ Γκαν. Αλλά αν θεωρεί κάποιος πως η επανάσταση του είναι να οδηγεί όπου και όπως θέλει επειδή μπορεί ή να περπατάει όπου και όπως θέλει επειδή κι αυτός μπορεί, αντί να οργανωθούμε και να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, ακολουθώντας τους υπάρχοντες κανόνες και διορθώνοντας με θεσμικό τρόπο αυτούς που δε λειτουργούν, είναι πιο γελασμένος κι εξαπατημένος από τον επόμενο που θα προσπαθήσει να με πατήσει με το όχημά του στη διάβαση ή αυτόν που θα περάσει στο χαμό δίπλα από την διάβαση και θα πιστέψει πως δε θα φάει τη μπούφλα που του αξίζει.

Έχετε διαβάσεις. Κάντε αυτό που είναι σωστό και λογικό. Δεν έχετε; Κάντε αυτό που χρειάζεται για να δημιουργηθούν. Και σεβαστείτε το συνάνθρωπο, γιατί αυτός είναι επίσης ο/η συντροφός σας, το παιδί σας, ο φίλος σας, ο γονιός σας. Μην είστε βλάκες.

Ερνέστο, out.

* Η κόλαση έχει ειδική θέση για τις μαμάδες που σπρώχνουν τα καρότσια μπροστά στα αυτοκίνητα για να κόψουν την κυκλοφορία, για να περάσουν. (Εγώ πάντως δεν κάνω διακρίσεις. Θα αποτυπώσω όλες τις εκδοχές του Μπαντ Σπένσερ επάνω τους.)